Το πλήρες κείμενο της αγόρευσής μου για το Σύνταγμα #5η_Ενότητα #Επιτροπη

Το πλήρες κείμενο της αγόρευσής μου για το Σύνταγμα #5η_Ενότητα #Επιτροπη

Ενότητα 5η

Εισήγηση Ανδρέα Λοβέρδου,

Γενικού Εισηγητή του Κινήματος Αλλαγής

στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος

17 Οκτωβρίου 2019

Άρθρα 62, 86, Ασυλία Βουλευτών, Ποινική Ευθύνη Υπουργών

 

  1. I. ΑΡΘΡΟ 62

Το ακαταδίωκτο θεσπίζεται από τα επαναστατικά Συντάγματα της Επιδαύρου και του Άστρους, όπως και στο Σύνταγμα του 1832. Το Σύνταγμα του 1844 επαναλαμβάνει σχεδόν αυτούσια τη σχετική διάταξη του βελγικού Συντάγματος του 1831 και έκτοτε το ακαταδίωκτο προβλέπεται σε όλα τα Συντάγματα, έως και σήμερα, στο Σύνταγμα του 1975.

Το ακαταδίωκτο του Βουλευτή αποτελεί θεσμική εγγύηση της πολιτικής του λειτουργίας και ανεξαρτησίας. Και εξειδικεύεται από το άρθρο 83 του ΚτΒ, όπως αυτό ισχύει μετά από δύο τροποποιήσεις σε πολύ σωστή κατεύθυνση το 2003 και το 2010 επί Απόστολου Κακλαμάνη και Φίλιππου Πετσάλνικου, δηλαδή επί ΠΑΣΟΚ. Μεταξύ των αλλαγών είναι η θέσπιση του κανόνα της φανερής ψηφοφορίας. Το Σύνταγμα είναι γνωστό τι ορίζει. Η πληθωρική χορήγηση του ακαταδίωκτου από την Βουλή όμως, οδήγησε σε ευθεία προσβολή της αρχής της ισότητας έναντι του νόμου. Ωστόσο με την πρώτη αλλαγή οι παραβιάσεις μειώθηκαν. Ίσως ήταν μόνο μία εξαίρεση για την οποία υπήρξε και καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου ΕΣΔΑ. Η υπόθεση Συγγελίδη. Οι αλληλομηνύσεις δηλαδή μεταξύ μιας Βουλευτού και ενός πολίτη. Και μετά το 2015 και πάλι μία σειρά ομοειδών υποθέσεων παραβίασε την ορθή εφαρμογή του άρθρου 62. Στην υπόθεση αυτή, εσείς, η προηγούμενη πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ, πρόταξε την υπουργική ιδιότητα για να μην επιτρέψει την άρση της βουλευτικής ασυλίας. Αισθάνομαι τιμή, που έδωσα ένα δυνατό παράδειγμα ισότητας των Ελλήνων πολιτών, αρνούμενος ενώπιον του νόμου κάθε προνόμιο, το οποίο προκύπτει από τη βουλευτική ή την υπουργική ιδιότητα που είχα. Και για την πρώτη και για την δεύτερη περίπτωση όμως, δεν φταίει το Σύνταγμα, ούτε ο Κανονισμός της Βουλής. Φταίει η στάση της Βουλής. Και τί προτάσεις γίνονται εν προκειμένω από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Δημοκρατία; Δύο ατελέσφορες προτάσεις. Η Νέα Δημοκρατία προτείνει να προστεθεί η λέξη «ΜΟΝΟ» και ο ΣΥΡΙΖΑ η λέξη «ΑΜΕΣΑ» με την άσκηση των καθηκόντων του Βουλευτή. Και λοιπόν! Ποιο θα ήταν το κέρδος;;; Και οι δύο προτάσεις υστερούν τα μάλα σε σχέση με τους ορισμούς του Κανονισμού της Βουλής. Το Κίνημα Αλλαγής αντέστρεψε τη σημερινή λογική. Ο Βουλευτής υπάγεται στον ποινικό νόμο. Και μόνο αν αιτείται ο ίδιος, να κινείται η διαδικασία του ακαταδίωκτου στην Βουλή των Ελλήνων. Η ευθύνη λοιπόν μεταφέρεται στον Βουλευτή, αντί της Βουλής που είναι σήμερα. Αυτή είναι η πρότασή μας.

  1. II. ΑΡΘΡΟ 86

Και για το άρθρο 86 του Συντάγματος εισαγωγικώς ισχύουν τα όσα περί δημαγωγίας ήδη αναφέρθηκαν, σε σχέση με το άρθρο 62.

Πρέπει να κινηθούμε με σοβαρότητα και με συνείδηση πως είμαστε πολιτικοί σε ένα διαρκώς πολωμένο πολιτικό σύστημα με διχασμό-συγκρούσεις χωρίς όρια και διαρκείς προσπάθειες ηθικής εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων. Αρκεί να σκεφτούμε πως δεκαπέντε Πρωθυπουργοί έχουν κατηγορηθεί από τους αντιπάλους τους. Χρήσιμη είναι η ανάγνωση του σχετικού έργου του δικαστή Ν. Σοϊλεντάκη.

Μεταξύ αυτών οι Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Χαρίλαος Τρικούπης, Ελευθέριος Βενιζέλος, Δημήτριος Γούναρης, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ανδρέας Παπανδρέου, Κώστας Μητσοτάκης, Παναγιώτης Πικραμένος, Αντώνης Σαμαράς.

Ένα όχι κεντρικό θεσμικό-πολιτικό θέμα, η διαρκής πόλωση το έχει καταστήσει μεγάλο. Αρκεί να σημειωθεί πως ο πρώτος Εμφύλιος τον καιρό της Επανάστασης είχε ως ένα εκ των βασικών αιτίων την δίωξη των Υπουργών Περούκα, Μεταξά, Μαυρομιχάλη!!!

Και από τότε ισχύουν, δηλαδή από τα επαναστατικά Συντάγματα, ειδικές ρυθμίσεις για την ευθύνη των Υπουργών. Ήδη από το προσωρινό πολίτευμα της Επιδαύρου το 1822 και από το νόμο της Επιδαύρου το 1823. Η κατηγορία υποβαλλόταν στη Βουλή, εξεταζόταν από εννεαμελή επιτροπή υπό την προεδρεία ανώτατου δικαστή και αν η κατηγορία εθεωρείτο βάσιμη με πλειοψηφία 4/5 ο Υπουργός παραπεμπόταν στο «Γενικό της Ελλάδος Κριτήριον».

Στη συνέχεια, από το Σύνταγμα του 1827 οι Υπουργοί κατηγορούνταν ενώπιον της Βουλής, η Βουλή αποφάσιζε για την παραπομπή τους και αν τελικά αποφάσιζε την παραπομπή τους, τους δίκαζε η ίδια μεταβαλλόμενη σε δικαστήριο, υπό την προεδρεία ανωτάτου δικαστικού.

Όλα αυτά ίσχυσαν και στο Σύνταγμα του 1844, όπου η Βουλή ασκούσε την κατηγορία και δίκαζε η Γερουσία και αυτό το ίδιο είχε μεταφερθεί και στο Σύνταγμα του 1927, όπου η Βουλή κατηγορούσε και η Γερουσία δίκαζε.

Μεσολάβησε όμως και το Σύνταγμα του 1864. Στο Σύνταγμα αυτό η Βουλή ανέθετε το δικαίωμα να κατηγορεί τους Υπουργούς, καθώς και την εκδίκαση των υποθέσεων σε Ειδικό Δικαστήριο, που συγκροτούνταν από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και άλλα δώδεκα μέλη δια κληρώσεως.

Όλες αυτές οι συνταγματικές ρυθμίσεις αφορούσαν ιδιώνυμα υπουργικά αδικήματα, που ήταν ξεχωριστά από τα λοιπά ποινικά αδικήματα, τα οποία αφορούσαν τους υπόλοιπους πολίτες, και κωδικοποιήθηκαν με το νομοθετικό διάταγμα 802/1971 της Χούντας.

Πόλωση και ποινική ευθύνη των Υπουργών βαδίζουν μαζί, ως πολιτικό ζεύγος, επί δύο αιώνες και αυτό το πολιτικό ζεύγος δημιουργεί την τάση η εκτελεστική εξουσία να προσπαθεί να επηρεάσει ή να χειραγωγήσει την Δικαιοσύνη, όπως είχε επισημάνει ο αείμνηστος Καθηγητής Ιωάννης Μανωλεδάκης στον πρόλογο που είχε κάνει για το βιβλίο μου « Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1995»

Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών, Πρωθυπουργών, ΠτΔ, (άρθρο 49 Σ, με ίδιες διαδικασίες αφού παραπέμπει στο άρθρο 86 του Συντάγματος) έρχεται από τις αρχές του 19ου αιώνα και φυσικά εισήχθη από το αγγλικό πολίτευμα. Ποια είναι όμως τα βασικά χαρακτηριστικά του; Ήταν α)τα ιδιώνυμα υπουργικά αδικήματα δηλαδή τα αδικήματα που μόνο ένας Υπουργός μπορούσε να διαπράξει, β)η ειδική πολιτική διαδικασία δίωξης και γ)το πολιτικό ή έστω ειδικό δικαστήριο που δίκαζε τα αδικήματα. Αν διαβάσουμε τους Αραβαντινό, Ν.Ν. Σαρίπολο, Κυριακού, Σγουρίτσα, του 19ου αιώνα και του πρώτου μισού του 20ου, θα καταρτιστούμε επαρκέστατα.

Αναφέρομαι εδώ ως εισηγητής του κόμματος που εξορθολόγισε τον θεσμό, όπως έκανε και για το άρθρο 62, αφαιρώντας του πολιτικά χαρακτηριστικά που παραβίαζαν την αρχή της ισότητας των πολιτών απέναντι στο νόμο.

α) Με το νόμο 2509/1997 καταργήθηκαν τα ιδιώνυμα υπουργικά αδικήματα του Ν.Δ. 802/1971, κι ήταν αυτό η σοβαρότερη υπεράσπιση της αρχής της ισότητας.

β) Με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001 επεκτείναμε την αποσβεστική προθεσμία της Βουλής κατά μία Σύνοδο, δηλαδή κατά ένα ή περισσότερα χρόνια (ας κάνετε ένα ειδικό μάθημα στον αρχηγό σας, που διακινεί ένα ψέμα σε βάρος του Ευάγγελου Βενιζέλου), κι ακόμη εμείς

γ) Προβλέψαμε την περαιτέρω δικαστικοποίηση του θεσμού, με το Σύνταγμα, αλλά και το νόμο 3126/2003, αλλά και εξισώσαμε με τον 3961/2011 την παραγραφή, με εκείνην όλων των πολιτών.

δ) Εμείς προβλέψαμε, επίσης, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, δύο εισαγγελείς Εφετών, έναν Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για υποβοήθηση της Βουλής (Ν.3361/2011).

Τι πρέπει όμως να κάνουμε σήμερα !!!

Υπάρχει συμφωνία και των τριών μεγαλύτερων κομμάτων, ΣΥΡΙΖΑ, Νέας Δημοκρατίας, Κινήματος Αλλαγής για την επιμήκυνση της αποσβεστικής προθεσμίας της Βουλής να ασκεί δίωξη από δύο έως τέσσερα χρόνια, που είναι σήμερα, σε περισσότερο χρόνο, προς την εξομοίωση με τον χρόνο παραγραφής εκάστου αδικήματος. Σήμερα έρχεται από τον κ.Τζαβάρα πρόταση της Νέας Δημοκρατίας και από τον ΣΥΡΙΖΑ επίσης για την απάλειψη της αποσβεστικής προθεσμίας της Βουλής. Για να είναι πλήρης η πρόταση αυτή προς την Ολομέλεια, πρέπει να ορίσουμε ποιες θα είναι οι πιθανές επιλογές του κοινού νομοθέτη ή και του κανονισμού της Βουλής. Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να προσθέσουμε ψηφοφορίες στη Βουλή, όπου οι Βουλευτές δεν θα ξέρουν τί ψηφίζουν.

Άρα υπάρχει κοινή βάση. Μπορούμε να αναθεωρήσουμε το άρθρο 86. Η σχετική πρόταση έλαβε 255 ψήφους στην προτείνουσα Βουλή. Όμως πρέπει να αξιοποιήσουμε την παρούσα συζήτηση για να διατυπώσουμε από κοινού τρεις αρχές.

Πρώτη και σημαντικότερη, πως ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών εμπεριέχει υπερεκχειλίζοντα πολιτικά στοιχεία εξορισμού!!!

Αρκεί να σας πω πως η τριπλή διάκριση της ευθύνης των Υπουργών σε πολιτικές, αστικές, ποινικές είναι αποτέλεσμα της γέννησης της δημοκρατικής αρχής, αλλά και της κοινοβουλευτικής αρχής. Διότι στα προεδρικά πολιτεύματα η ευθύνη είναι διπλή, αστική από τη μια και πολιτική και ποινική ταυτόχρονα από την άλλη και αναφέρομαι στο impeachment.

Πριν όμως την γέννηση της Δημοκρατίας η ευθύνη των Υπουργών ήταν ενιαία: οι Υπουργοί καταδικάζονταν σε θάνατο, εξορία, δημεύονταν οι περιουσίες τους π.χ. για την απώλεια ενός πολέμου, τη μη σωστή οργάνωση της άμυνας ενός βασιλείου, την κακή οικονομική πολιτική, δηλαδή για αμιγώς πολιτικά τους σφάλματα τους επιβάλλονταν κλασσικές ποινές, όπως κάθειρξη, θάνατος, δήμευση περιουσίας.

Δεύτερη αρχή: Όπως δέχονται όλα τα μεγαλύτερα κόμματα είναι σωστό να μην εξομοιώνονται πλήρως η ποινική ευθύνη των Υπουργών με αυτή των πολιτών ως προς το δικάζον όργανο και την παρέμβαση της Βουλής. Μια απλή αναφορά στα όσα προείπα για τη συνεχή δίωξη των πολιτικών αντιπάλων στην Ελλάδα, αλλά και στην ύπαρξη ειδικών διαδικασιών σε πολλές άλλες χώρες π.χ. ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, κλπ επιχειρηματολογεί με άνεση υπέρ της άποψής μου αυτής.

Τρίτη αρχή: Επειδή και στις τρείς προτάσεις, του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Δημοκρατίας και του Κινήματος Αλλαγής παραμένει αρμόδια η Βουλή να αποφασίζει για την κίνηση της σχετικής διαδικασίας, οφείλω να υπογραμμίσω ότι η Βουλή πρέπει να διαθέτει μια ασφαλή αποδεικτική βάση, όπως έγραψα στο σχετικό βιβλίο μου το 1997. Γι αυτό και εμείς προτείνουμε πως αντί για «ΑΜΕΛΛΗΤΙ», ένα Δικαστικό Συμβούλιο Αρεοπαγιτών και Συμβούλων της Επικρατείας πρέπει να εξετάζει τα στοιχεία μιας υπόθεσης πριν την στείλει στη Βουλή.

Σε αυτές τις τρεις αρχές οφείλουμε να θεμελιώσουμε την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 86.

Και αν δούμε τα σχετικά κείμενα των κομμάτων, ΣΥΡΙΖΑ,  Νέας Δημοκρατίας, Κινήματος Αλλαγής θα διαπιστώσουμε πως συμφωνούμε στα περί αποσβεστικής προθεσμίας. Και ο ΣΥΡΙΖΑ προσθέτει την αναφορά, πως η περίπτωση της δωροδοκίας πρέπει να εξετάζεται ως κοινό ποινικό αδίκημα. Εδώ όμως το λάθος είναι πολύ σοβαρό. Ήδη συγκεντρώνεται εμπειρία. Τη διάσταση του θέματος θα έχει την ευκαιρία ο ΣΥΡΙΖΑ να την αξιολογήσει τώρα, όπου η ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων από τους δικούς του Υπουργούς άρχιζε να εξετάζεται.

III. Τελικές σκέψεις

Θέλω να σας εκθέσω, ολοκληρώνοντας, ορισμένες τελικές σκέψεις.

Η πιο καλή εξήγηση για την διαμόρφωση του άρθρου 86 του Συντάγματος υπήρξε η πολιτική συμπεριφορά, ο πολιτικός χειρισμός του ΣΥΡΙΖΑ στην υπόθεση Novartis. Η απόπειρα εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων και διάλυσης πολιτικών κομμάτων.

Αυτού του είδους τους πολιτικούς χειρισμούς θέλησε να αποκλείσει ο συνταγματικός νομοθέτης και από τον 19ο αιώνα και ο κοινός νομοθέτης. Καθώς, επίσης, και να περιοριστεί ή και να αποκλειστεί η άδικη ταλαιπωρία των υπουργών από τον καταιγισμό των μηνύσεων που διάφοροι πολίτες καταθέτουν. Και μετά από πέντε περίπου χρόνια στην διακυβέρνηση του τόπου, έχουν πλέον και οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ εικόνα για το ποια ακριβώς είναι η πραγματικότητα.

Έζησα με τον πιο έντονο πολιτικό, αλλά ας μου επιτραπεί να πω, και τον πιο έντονο συναισθηματικό τρόπο τί σημαίνει πολιτική σκευωρία. Και ούτε μία στιγμή δεν θέλησα να επωφεληθώ του προνομίου του πρώην υπουργού ενώπιον της αναρμόδιας, κατά τη νομολογία δεκαετιών, εισαγγελικής αρχής.

Είμαι, συνεπώς, ίσως ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος να μιλήσω για το άρθρο 86. Και, ως εκ τούτου, με την εμπειρία αυτή καταθέτω σήμερα την πρόταση του κόμματος μας.

Η αλλαγή του άρθρου 86 είναι επιβεβλημένη.

Επ’αυτού του θέματος, όμως, η δημαγωγία οδηγεί σε άθλιες καταστάσεις, τις οποίες ενδεχομένως δεν θα δύναται να αποκλείσει ακόμη και ο ίδιος ο δημαγωγός.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές κλείνω με μία ερώτηση.

Όταν αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, ένας υπουργός της προηγούμενης κυβέρνησης σε ποιο άρθρο 86 θα υπάγεται; Στο αναθεωρημένο ή στο προηγούμενο; Είμαι αληθινά πολύ περίεργος να δω τις απαντήσεις μελών της προηγούμενης κυβέρνησης σε αυτό το ερώτημα.