Το πλήρες κείμενο της αγόρευσής μου #Συνταγμα #Ολομελεια #5η_9η_Ενότητα

Το πλήρες κείμενο της αγόρευσής μου #Συνταγμα #Ολομελεια #5η_9η_Ενότητα

ΟΜΙΛΙΑ ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΒΕΡΔΟΥ, ΓΕΝΙΚΟΥ ΑΓΟΡΗΤΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΕΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

ΕΝΟΤΗΤΕΣ 5η & 9η

21 Νοεμβρίου 2019

 

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

 

Οι ενότητες των διατάξεων που θα συζητήσουμε σήμερα μπορούν να παρομοιαστούν με τον καθρέφτη του πολιτικού μας συστήματος. Σε αυτόν τον καθρέφτη λοιπόν καθρεφτίζεται ένα φοβισμένο σύνολο κομμάτων, που η έγνοια μπρος στο πολιτικό κόστος, δεν τους επιτρέπει, στα περισσότερα τουλάχιστον, να συζητήσουν με ειλικρίνεια τα θέματα που περιλαμβάνουν τα άρθρα 54 και 86 του Συντάγματος. Φόβος μπροστά στη διεύρυνση του εκλογικού σώματος με την ένταξη σε αυτό των συμπολιτών μας που ζουν εκτός Ελλάδας. Φόβος μπροστά σε μια ειλικρινή και εκ βαθέων συζήτηση για το άρθρο 86 του Συντάγματος. Και δημαγωγία για το άρθρο 62, περί βουλευτικής ασυλίας. Μόνο, όμως, φόβος, καθρεφτίζεται στον καθρέφτη που προανέφερα; Όχι μόνο ο φόβος, αλλά και η υποκρισία. Άλλα λέγονται στους διαδρόμους και άλλα επισήμως. Θα αποδείξω τους ισχυρισμούς μου αυτούς με τα επιχειρήματα που θα αρθρώσω για τα υπό αναθεώρηση άρθρα.

 

Εκθέτω τις προτάσεις του Κινήματος Αλλαγής, εκκινώντας από το άρθρο 62. Το ακαταδίωκτο του Βουλευτή αποτελεί θεσμική εγγύηση της πολιτικής του λειτουργίας και ανεξαρτησίας. Και εξειδικεύεται από το άρθρο 83 του ΚτΒ, όπως αυτό ισχύει μετά από δύο τροποποιήσεις σε πολύ σωστή κατεύθυνση το 2003 και το 2010 επί Απόστολου Κακλαμάνη και Φίλιππου Πετσάλνικου, δηλαδή επί ΠΑΣΟΚ. Μεταξύ των αλλαγών είναι η θέσπιση του κανόνα της φανερής ψηφοφορίας. Το Σύνταγμα είναι γνωστό τι ορίζει. Η πληθωρική χορήγηση του ακαταδίωκτου από την Βουλή όμως, οδήγησε σε ευθεία προσβολή της αρχής της ισότητας έναντι του νόμου. Ωστόσο με την πρώτη αλλαγή οι παραβιάσεις μειώθηκαν. Ίσως ήταν μόνο μία εξαίρεση για την οποία υπήρξε και καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου ΕΣΔΑ. Και την περίοδο από το 2015-2019 και πάλι η τότε πλειοψηφία με μία σειρά ομοειδών υποθέσεων παραβίασε την ορθή εφαρμογή του άρθρου 62. Στις υποθέσεις αυτές η προηγούμενη πλειοψηφία, εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ, πρόταξε την υπουργική ιδιότητα για να μην επιτρέψει την άρση της βουλευτικής ασυλίας. Δηλαδή, Βουλευτής – Υπουργός, π.χ. που προκάλεσε με το αυτοκίνητό του ένα ατύχημα, για να μην φωτογραφίσω συγκεκριμένους υπουργούς που όλοι ξέρουμε, και ερχόταν στη Βουλή αίτημα άρσης της ασυλίας του, ψηφίζατε όλοι σας, εσείς της παρελθούσης πλειοψηφίας, πως έπρεπε να κινηθεί εναντίον του ο νόμος περί ευθύνης των υπουργών και έτσι δεν αίρονταν οι ασυλίες!!! Πράγματι απαιτείται πολύ θράσος και υποκρισία για να αυτοανακηρύσσεται κάποιος εξ’ αυτών πολέμιος του άρθρου 86 και υπέρμαχος της ισοπολιτείας!!! Νομίζω, λοιπόν, πως δίκιο έχω όταν μιλώ για έναν καθρέφτη, όπου κάποιοι καθρεφτίζονται ως φοβισμένοι υποκριτές. Αισθάνομαι τιμή, που έδωσα ένα δυνατό παράδειγμα ισότητας των Ελλήνων πολιτών, αρνούμενος ενώπιον του νόμου κάθε προνόμιο, το οποίο προκύπτει από τη βουλευτική που έχω ή την υπουργική ιδιότητα που είχα. Και για την πρώτη και για την δεύτερη περίπτωση, όμως, της ποινικής εφαρμογής της βουλευτικής ασυλίας, δεν φταίει το Σύνταγμα, ούτε ο Κανονισμός της Βουλής. Φταίει η στάση της Βουλής. Και τί προτάσεις γίνονται εν προκειμένω από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Δημοκρατία; Δύο ατελέσφορες προτάσεις. Η Νέα Δημοκρατία προτείνει να προστεθεί η λέξη «ΜΟΝΟ» και ο ΣΥΡΙΖΑ η λέξη «ΑΜΕΣΑ» με την άσκηση των καθηκόντων του Βουλευτή. Και λοιπόν; Ποιο θα ήταν το κέρδος; Και οι δύο προτάσεις υστερούν τα μάλα σε σχέση με τους ορισμούς του Κανονισμού της Βουλής ως σήμερα έχουν. Το Κίνημα Αλλαγής, με την πρότασή του, αντέστρεψε τη σημερινή λογική. Ο Βουλευτής υπάγεται στον ποινικό νόμο. Και μόνο αν αιτείται ο ίδιος, να κινείται η διαδικασία του ακαταδίωκτου στην Βουλή των Ελλήνων. Η ευθύνη λοιπόν μεταφέρεται στον Βουλευτή, αντί της Βουλής που είναι σήμερα. Αυτή είναι η πρότασή μας.

 

Ως προς το άρθρο 86, πρέπει να κινηθούμε με σοβαρότητα και με συνείδηση πως, είμαστε πολιτικοί σε ένα διαρκώς πολωμένο πολιτικό σύστημα με διχασμό-συγκρούσεις χωρίς όρια και διαρκείς προσπάθειες ηθικής εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων. Αρκεί να σκεφτούμε πως δεκαπέντε Πρωθυπουργοί έχουν κατηγορηθεί από τους αντιπάλους τους. Χρήσιμη είναι η ανάγνωση του σχετικού έργου του δικαστή Ν. Σοϊλεντάκη.

 

Μεταξύ αυτών οι Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Χαρίλαος Τρικούπης, Ελευθέριος Βενιζέλος, Δημήτριος Γούναρης, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ανδρέας Παπανδρέου, Κώστας Μητσοτάκης, Παναγιώτης Πικραμένος, Αντώνης Σαμαράς.

 

Ένα όχι κεντρικό θεσμικό-πολιτικό θέμα, η διαρκής πόλωση το έχει καταστήσει μεγάλο. Αρκεί να σημειωθεί πως ο πρώτος Εμφύλιος τον καιρό της Επανάστασης είχε ως ένα εκ των βασικών αιτίων την δίωξη των Υπουργών Περούκα, Μεταξά, Μαυρομιχάλη!!!

 

Και από τότε ισχύουν, δηλαδή από τα επαναστατικά Συντάγματα, από το 1822, ειδικές ρυθμίσεις για την ευθύνη των Υπουργών.

Όλες αυτές οι συνταγματικές ρυθμίσεις έως το 1997 αφορούσαν ιδιώνυμα υπουργικά αδικήματα, που ήταν ξεχωριστά από τα λοιπά ποινικά αδικήματα, τα οποία αφορούσαν τους υπόλοιπους πολίτες, και κωδικοποιήθηκαν με το νομοθετικό διάταγμα 802/1971 της Χούντας.

 

Πόλωση και ποινική ευθύνη των Υπουργών βαδίζουν μαζί, ως πολιτικό ζεύγος, επί δύο αιώνες και αυτό το πολιτικό ζεύγος δημιουργεί την τάση η εκτελεστική εξουσία να προσπαθεί να επηρεάσει ή να χειραγωγήσει την Δικαιοσύνη, όπως είχε επισημάνει ο αείμνηστος Καθηγητής Ιωάννης Μανωλεδάκης στον πρόλογο που είχε κάνει για το βιβλίο μου « Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1995»

 

Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών, Πρωθυπουργών, ΠτΔ, (άρθρο 49 Σ, με ίδιες διαδικασίες αφού παραπέμπει στο άρθρο 86 του Συντάγματος) έρχεται από τις αρχές του 19ου αιώνα και φυσικά εισήχθη από το αγγλικό πολίτευμα. Ποια είναι όμως τα βασικά χαρακτηριστικά του; Ήταν α)τα ιδιώνυμα υπουργικά αδικήματα δηλαδή τα αδικήματα που μόνο ένας Υπουργός μπορούσε να διαπράξει, β)η ειδική πολιτική διαδικασία δίωξης και γ)το πολιτικό ή έστω ειδικό δικαστήριο που δίκαζε τα αδικήματα. Αν διαβάσουμε τους Αραβαντινό, Ν.Ν. Σαρίπολο, Κυριακού, Σγουρίτσα, του 19ου αιώνα και του πρώτου μισού του 20ου, θα καταρτιστούμε επαρκέστατα.

 

Αναφέρομαι εδώ ως εισηγητής του κόμματος που εξορθολόγισε τον θεσμό, όπως έκανε και για το άρθρο 62, αφαιρώντας του πολιτικά χαρακτηριστικά που παραβίαζαν την αρχή της ισότητας των πολιτών απέναντι στο νόμο.

 

α) Με το νόμο 2509/1997 καταργήθηκαν τα ιδιώνυμα υπουργικά αδικήματα του Ν.Δ. 802/1971, κι ήταν αυτό η σοβαρότερη υπεράσπιση της αρχής της ισότητας.

 

β) Με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001 επεκτείναμε την αποσβεστική προθεσμία της Βουλής κατά μία Σύνοδο, δηλαδή κατά ένα ή περισσότερα χρόνια (ας κάνετε ένα ειδικό μάθημα στον αρχηγό σας, που διακινεί ένα ψέμα σε βάρος του Ευάγγελου Βενιζέλου), κι ακόμη εμείς

 

γ) Προβλέψαμε την περαιτέρω δικαστικοποίηση του θεσμού, με το Σύνταγμα, αλλά και το νόμο 3126/2003, αλλά και εξισώσαμε με τον 3961/2011 την παραγραφή, με εκείνην όλων των πολιτών.

 

δ) Εμείς προβλέψαμε, επίσης, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, δύο εισαγγελείς Εφετών, έναν Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για υποβοήθηση της Βουλής (Ν.3361/2011).

 

Τι πρέπει όμως να κάνουμε σήμερα !!!

 

Υπάρχει συμφωνία και των τριών μεγαλύτερων κομμάτων, ΣΥΡΙΖΑ, Νέας Δημοκρατίας, Κινήματος Αλλαγής για τη διαγραφή της αποσβεστικής προθεσμίας της Βουλής, δηλαδή για την αφαίρεση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 86 και άρα να εξαλειφθεί η αποσβεστική προθεσμία των δύο συνόδων, που μπορεί να εκτείνονται χρονικά από δύο έως τέσσερα έτη.

 

Άρα βρέθηκε κοινή πρόταση. Μπορούμε να αναθεωρήσουμε το άρθρο 86. Η σχετική πρόταση έλαβε 255 ψήφους στην προτείνουσα Βουλή. Όμως πρέπει να αξιοποιήσουμε την παρούσα συζήτηση για να διατυπώσουμε από κοινού τρεις αρχές.

 

Πρώτη και σημαντικότερη, πως ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών εμπεριέχει υπερεκχειλίζοντα πολιτικά στοιχεία εξορισμού!!!

 

Αρκεί να σας πω πως η τριπλή διάκριση της ευθύνης των Υπουργών σε πολιτικές, αστικές, ποινικές είναι αποτέλεσμα της γέννησης της δημοκρατικής αρχής, αλλά και της κοινοβουλευτικής αρχής. Διότι στα προεδρικά πολιτεύματα η ευθύνη είναι διπλή, αστική από τη μια και πολιτική και ποινική ταυτόχρονα από την άλλη και αναφέρομαι στο impeachment.

 

Πριν όμως την γέννηση της Δημοκρατίας η ευθύνη των Υπουργών ήταν ενιαία: οι Υπουργοί καταδικάζονταν σε θάνατο, εξορία, δημεύονταν οι περιουσίες τους π.χ. για την απώλεια ενός πολέμου, τη μη σωστή οργάνωση της άμυνας ενός βασιλείου, την κακή οικονομική πολιτική, δηλαδή για αμιγώς πολιτικά τους σφάλματα τους επιβάλλονταν κλασσικές ποινές, όπως κάθειρξη, θάνατος, δήμευση περιουσίας.

 

Δεύτερη αρχή: Όπως δέχονται όλα τα μεγαλύτερα κόμματα είναι σωστό να μην εξομοιώνονται πλήρως η ποινική ευθύνη των Υπουργών με αυτή των πολιτών ως προς το δικάζον όργανο και την παρέμβαση της Βουλής. Μια απλή αναφορά στα όσα προείπα για τη συνεχή δίωξη των πολιτικών αντιπάλων στην Ελλάδα, αλλά και στην ύπαρξη ειδικών διαδικασιών σε πολλές άλλες χώρες π.χ. ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, κλπ επιχειρηματολογεί με άνεση υπέρ της άποψής μου αυτής.

 

Τρίτη αρχή: Επειδή και στις τρείς προτάσεις, του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Δημοκρατίας και του Κινήματος Αλλαγής παραμένει αρμόδια η Βουλή να αποφασίζει για την κίνηση της σχετικής διαδικασίας, οφείλω να υπογραμμίσω ότι η Βουλή πρέπει να διαθέτει μια ασφαλή αποδεικτική βάση, όπως έγραψα στο σχετικό βιβλίο μου το 1997. Γι αυτό και εμείς προτείνουμε πως αντί για «ΑΜΕΛΛΗΤΙ», ένα Δικαστικό Συμβούλιο Αρεοπαγιτών και Συμβούλων της Επικρατείας πρέπει να εξετάζει τα στοιχεία μιας υπόθεσης πριν την στείλει στη Βουλή.

 

Σε αυτές τις τρεις αρχές οφείλουμε να θεμελιώσουμε την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 86.

Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ προσθέτει την αναφορά, πως η περίπτωση της παθητικής δωροδοκίας πρέπει να εξετάζεται ως κοινό ποινικό αδίκημα. Εδώ όμως το λάθος είναι πολύ σοβαρό. Θα σταθώ στα βασικά σημεία αυτού του σφάλματος :α)πρώτον δι’ αυτού ομολογείτε ο αντισυνταγματικός τρόπος που στήθηκαν οι δέκα κάλπες εναντίον πολιτικών αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ το 2018, β) δεύτερον, δι΄αυτού επιχειρείται να δικαιολογηθεί αναδρομικά ή ομολογούμενη πια από τον ΣΥΡΙΖΑ αντισυνταγματικότητα, γ)τρίτον, δι’ αυτού υποδεικνύεται στη Δικαιοσύνη να εξετάσει για την περίπτωση μου και για άλλες δύο περιπτώσεις η αναδρομικότητά της, κάτι που εγώ δεν ζήτησα, δ)δι’ αυτού επιχειρείται η παραβίαση του άρθρου 7§1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η αναδρομικότητα του νόμου και η παραγραφή, ως γνωστόν, αποτελεί ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, ε)δι΄αυτού αποδεικνύεται η υποκρισία σας, διότι γνωρίζετε πως το παρελθόν, και το δικό σας, δεν καλύπτεται από την ερμηνευτική αυτή δήλωση και δεν προτείνατε την αναθεώρηση του άρθρου 86§1 όπου θα μπορούσατε να προτείνετε τη σαφή συνταγματική ρύθμιση, και η παθητική δωροδοκία υπουργού αποτελεί κοινό αδίκημα. Και η αποκορύφωση της κοροϊδίας-δημαγωγίας: λέτε, μα είναι δυνατόν να είναι υπουργικό αδίκημα όταν τα πιάνει υπουργός; Γιατί, είναι άραγε δυνατόν να είναι υπουργικό αδίκημα και όχι κοινό να ζημιώνεις τη χώρα; Και ποιοι τα λένε αυτά; Αυτοί που θεώρησαν την υποκλοπή συνομιλίας και τη συκοφαντική δυσφήμιση υπουργικά αδικήματα!!! Και μάλιστα μέσω της πιο αόριστης έννοιας της απιστίας; Είναι στο πλαίσιο των καθηκόντων του υπουργού να παραλείψει να αποκρούσει την πλαστογραφία δημοσίου εγγράφου; Φτάνει πια υποκρισία και το ψάρεμα στα θολά νερά. Αλιείς στο βούρκο! Ιδού μια νέα πολιτική κλίση!!!

 

Η πιο καλή εξήγηση για την διαμόρφωση του άρθρου 86 του Συντάγματος υπήρξε η πολιτική συμπεριφορά, ο πολιτικός χειρισμός του ΣΥΡΙΖΑ στην υπόθεση Novartis. Η απόπειρα εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων και διάλυσης πολιτικών κομμάτων.

 

Αυτού του είδους τους πολιτικούς χειρισμούς θέλησε να αποκλείσει ο συνταγματικός νομοθέτης και από τον 19ο αιώνα και ο κοινός νομοθέτης. Καθώς, επίσης, και να περιοριστεί ή και να αποκλειστεί η άδικη ταλαιπωρία των υπουργών από τον καταιγισμό των μηνύσεων που διάφοροι πολίτες καταθέτουν. Και μετά από πέντε περίπου χρόνια στην διακυβέρνηση του τόπου, έχουν πλέον και οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ εικόνα για το ποια ακριβώς είναι η πραγματικότητα.

 

Έζησα με τον πιο έντονο πολιτικό, αλλά ας μου επιτραπεί να πω, και τον πιο έντονο συναισθηματικό τρόπο τί σημαίνει πολιτική σκευωρία. Και ούτε μία στιγμή δεν θέλησα να ωφεληθώ του προνομίου του πρώην υπουργού ενώπιον της αναρμόδιας, κατά τη νομολογία δεκαετιών, εισαγγελικής αρχής.

 

Είμαι, συνεπώς, ίσως ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος να μιλήσω για το άρθρο 86. Και, ως εκ τούτου, με την εμπειρία αυτή καταθέτω σήμερα την πρόταση του κόμματος μας.

 

Η αλλαγή του άρθρου 86 είναι επιβεβλημένη. Επ’αυτού του θέματος, όμως, η δημαγωγία οδηγεί σε άθλιες καταστάσεις, τις οποίες ενδεχομένως δεν θα δύναται να αποκλείσει ακόμη και ο ίδιος ο δημαγωγός. Και στο σημείο αυτό θέλω να επαναλάβω ένα ερώτημα, το οποίο απευθύνεται σε όλους, αλλά κυρίως στους Βουλευτές – Υπουργούς της προηγούμενης κυβέρνησης: όταν αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, ένας υπουργός της προηγούμενης κυβέρνησης σε ποιο άρθρο 86 θα υπάγεται; Στο αναθεωρημένο ή στο προηγούμενο; Και αυτό διότι αποτελεί αρχή, πάγια αρχή σε διεθνές επίπεδο του Συνταγματικού και του Ποινικού δικαίου, πως ο επιεικέστερος νόμος υπερέχει του αυστηρότερου όταν αξιολογείται ποινικώς μία άδικη πράξη. Και όπως ήδη υπογράμμισα, η παραγραφή αποτελεί κανόνα του ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου και δεν αποτελεί δικονομικό κανόνα.

 

Στην όγδοη ενότητα, η εκ μέρους μας απόρριψη της πρότασης της προηγούμενης πλειοψηφίας στη Βουλή για την άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, θεμελιώθηκε σε δύο επιχειρήματα. Πρώτον, στην απόρριψη της έμμεσης επαναφοράς του δυϊσμού στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας και στην επιμονή στο εκλογικευμένο κοινοβουλευτικό πολίτευμα. Και δεύτερον, στον παραμερισμό των εκλογικών συστημάτων της αμιγώς απλής αναλογικής. Το δεύτερο επιχείρημα αποτελεί τη βάση της εκ μέρους μας απόρριψης των προτάσεων για την αναθεώρηση της παραγράφου 1 του άρθρου 54, καθώς και της πρόσθεσης ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο αυτό περί του επιτρεπτού βαθμού απόκλισης από το σύστημα της αμιγούς απλής αναλογικής. Σε ό,τι δε αφορά την ανωτέρω ερμηνευτική δήλωση, αρκεί να προσθέσω, πως η αμιγώς απλή αναλογική υποχωρεί, ακόμη και με τη διαίρεση της ενιαίας επικράτειας σε επιμέρους εκλογικές περιφέρειες. Επαναλαμβάνω, μείζων αρχή των πολιτευμάτων που σέβονται τα πολιτικά, ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα είναι η Δημοκρατική Αρχή, η οποία, όμως, υπονομεύεται στο βαθμό που επικρατεί αστάθεια στην εκτελεστική και τη νομοθετική λειτουργία (συχνότατες παραιτήσεις κυβερνήσεων και διαλύσεις των νομοθετικών συστημάτων). Στις περιπτώσεις της ανωτέρω αστάθειας ευδοκιμεί και επιπολάζει ο δημαγωγικός λόγος, που αρθρώνεται εναντίον της ίδιας της Δημοκρατίας.

 

Το Κίνημα Αλλαγής απορρίπτει, επίσης, την πρόταση προσθήκης μίας ακόμη παραγράφου στο άρθρο 56, με την οποία θα εισαχθεί νέο κώλυμα εκλογιμότητας, όταν ο υποψήφιος βουλευτής έχει ήδη συμπληρώσει τρεις πλήρεις και συνεχόμενες εκλογικές περιόδους ως Βουλευτής. Απορρίπτουμε την προσθήκη αυτή της νέας παραγράφου 5 στο άρθρο 56, διότι παρόμοιοι περιορισμοί στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι δεν συναντώνται στα δημοκρατικά πολιτεύματα. Ο νεωτερισμός αυτός είναι αντιδημοκρατικός. Περιορίζει αδικαιολόγητα τόσο το πολιτικό δικαίωμα του εκλέγεσθαι, όσο και εκείνο του εκλέγειν. Ο μόνος, που είναι δημοκρατικό να αποφασίζει, ποιο μέλος της νομοθετικής λειτουργίας θα παραμείνει στη θέση του είναι ο ίδιος ο λαός, το εκλογικό σώμα, τα κόμματα που καταρτίζουν τις λίστες των υποψηφίων, καθώς και οι ίδιοι οι πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Ο περιορισμός των θητειών είναι συχνός στα δημοκρατικά πολιτεύματα, αλλά αφορά όργανα της εκτελεστικής εξουσίας και μάλιστα μονοπρόσωπα (Πρόεδρος της Δημοκρατίας). Η μεταφορά του περιορισμού αυτού στη νομοθετική λειτουργία είναι αντιδημοκρατική. Επιπροσθέτως, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τρεις συνεχόμενες πλήρεις κοινοβουλευτικές περιόδους πέραν του σφάλματος και του δημαγωγικού της χαρακτήρα, εμπεριέχει και στοιχεία προσχήματος, αφού συνήθως η Βουλή στην Ελλάδα διαλύεται πρόωρα.

 

Για τη συμμετοχή στις γενικές βουλευτικές εκλογές των Ελληνίδων και των Ελλήνων πολιτών που βρίσκονται στην αλλοδαπή έκανα τρεις προτάσεις στην Επιτροπή για την Αναθεώρηση του Συντάγματος. Στις αναφορές μου αυτές διευκρίνιζα τις τέσσερις βασικές θέσεις του Κινήματος Αλλαγής ως προς το συγκεκριμένο θέμα : ψήφος στους εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους, ψήφος ίση και ισοδύναμη με των υπολοίπων εκλογέων, επιστολική ψήφος και εκλογικές περιφέρειες ή εκλογική περιφέρεια εξωτερικού. Στις πρώτες εβδομάδες των συνεδριάσεων της Επιτροπής για την Αναθεώρηση του Συντάγματος διαφαινόταν πως ο ΣΥΡΙΖΑ, στηριγμένος στο ενδεχόμενο πως το ΚΚΕ δεν θα συμφωνούσε με τη συγκεκριμένη σοβαρότατη μεταρρύθμιση στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων και της Δημοκρατικής Αρχής, εκδήλωνε την αντίθεσή του να συνυπολογίζεται στο τελικό εκλογικό αποτέλεσμα η ψήφος των εκτός Ελλάδος ψηφιζόντων Ελλήνων και Ελληνίδων. Πίστευαν στον ΣΥΡΙΖΑ πως υπάρχει στη Βουλή ακυρωτική της σχετικής μεταρρύθμισης μειοψηφία των 101 Βουλευτών. Όταν, όμως, το ΚΚΕ εμφανίστηκε, υπό προϋποθέσεις, θετικό στην ίση και ισοδύναμη ψήφο των λεγομένων χάριν συντομίας «αποδήμων», ο ΣΥΡΙΖΑ αναγκάστηκε να αλλάξει τη θέση του. Και αυτό γιατί η ακυρωτική, της σχετικής προσπάθειας, κοινοβουλευτική μειοψηφία των 101 ψήφων έπαψε να υπάρχει. Εν τέλει, η εξέλιξη ήταν θετική, μαθαίνω πως συνεχίζει να υπάρχει διακομματική ομοφωνία ως προς τους περιορισμούς στη συγκεκριμένη άσκηση του καθολικού δικαιώματος του εκλέγειν και ως φαίνεται θα προχωρήσουμε και στην αναθεώρηση του άρθρου 54§4.

 

Ο τίτλος που προσέδωσαν τα κόμματα στους νομοθετικούς περιορισμούς της συγκεκριμένης άσκησης του πολιτικού δικαιώματος του εκλέγειν είναι η απόδειξη της ύπαρξης κάποιου συγκεκριμένου δεσμού με την πατρίδα, πέραν της καταγωγής. Ο σχετικός νόμος, για τον οποίο ως γνωστόν το Σύνταγμα απαιτεί την πλειοψηφία των 2/3, των 200 βουλευτών δηλαδή, προκειμένου να ψηφιστεί και να ισχύει έπεται της αναθεώρησης του Συντάγματος. Και πάντως δεν αποτελεί κυρίως θέμα μας σήμερα που αναθεωρούμε το Σύνταγμα. Η παρούσα Θ’ Αναθεωρητική Βουλή καθήκον έχει να προσθέσει στο άρθρο 54 μία νέα παράγραφο, την παράγραφο τέσσερα, με την οποία θα οργανώνεται η ψήφος των λεγομένων «αποδήμων», προκειμένου να εκλέγονται, από «ενιαίο ψηφοδέλτιο», πέντε βουλευτές που θα τους αντιπροσωπεύουν.

 

Σπεύδω να επισημάνω την ύπαρξη δύο κατηγοριών «αποδήμων» που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους βάσει των σχετικών δημοτολογίων και σύμφωνα με την τελευταία απογραφή (άρθρο 54 παρ. 2 Σ.): α) Εκείνων που έφυγαν προσφάτως από την Ελλάδα για προσωπικούς λόγους σπουδών ή εργασίας και β) εκείνων που έχουν «αποδημήσει» πάρα πολλά χρόνια ή και δεκαετίες πριν την ψήφιση του σχετικού νόμου. Άποψή μας είναι, πως με τη σύνταξη της νέας παραγράφου 4 στο άρθρο 54 η προαναφερθείσα διαφορά δεν έχει καθοριστικό νόημα. Άποψή μας, επίσης, είναι ότι το Σύνταγμα πρέπει να αρκεστεί σε μια αφαιρετική διατύπωση της δυνατότητας νομοθετικής πρόβλεψης περιορισμών και να μην προσχωρήσει σε ειδικότερες ρυθμίσεις, διότι ο νομοθέτης πρέπει να μείνει ελεύθερος να αλλάξει το σχετικό του δίκαιο στο μέλλον, δίχως υπέρμετρη δέσμευση, διευρύνοντας το πολιτικό δικαίωμα του εκλέγειν, στο βαθμό που διατηρείται η πλειοψηφική εγγύηση των 2/3 στο άρθρο 51§4 του Συντάγματος. Άρα, πρέπει να γίνει αμέσως σαφές, πως η εν στενή εννοία συνταγματική βάση συμμετοχής στις γενικές βουλευτικές εκλογές των εκτός Ελλάδος ευρισκομένων Ελληνίδων και Ελλήνων θα είναι τα άρθρα 51§4 και 54§2, καθώς και το άρθρο 54§4, όπως αυτό θα διαμορφωθεί. Προφανώς, ο έλεγχος της συνταγματικότητας του νόμου που θα ψηφιστεί από τη Βουλή θα γίνεται με βάση ολόκληρο το Σύνταγμα, εκεί όπου αυτό ρυθμίζει την προστασία της άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων (π.χ. αρχή της ισότητας και της ισοδυναμίας της ψήφου, της αρχής της αναλογικότητας των νομοθετικών περιορισμών κ.ο.κ.). Ακριβώς γι’ αυτό, αλλά και με το δεδομένο, πως δεν αναθεωρούμε εν προκειμένω το Σύνταγμα μόνο και μόνο για να καλύψουμε την πρώτη σχετική νομοθετική μας επιλογή, αλλά και όλες τις επόμενες, οφείλουμε να διατυπώσουμε το άρθρο 54§4 με επιγραμματικό, δηλαδή σύντομο αλλά περιεκτικό τρόπο.

 

Με τις σκέψεις που προηγήθηκαν θεωρούμε ιδιαιτέρως λεπτομερειακή την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας σε ό,τι αφορά το πρώτο της εδάφιο. Και ακόμη θέλουμε να επισημάνουμε, πως το δεύτερο εδάφιο της ανωτέρω πρότασης που αφορά τα ψηφοδέλτια Επικρατείας των κομμάτων, διατυπώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε εν τέλει αλλοιώνεται η αντιπροσώπευση των «αποδήμων», αφού αυτή τίθεται στη διακριτική ευχέρεια των κομμάτων. Θεωρούμε πως αυτές οι διατυπώσεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της προτάσεως της Νέας Δημοκρατίας αφενός επεκτείνουν τους περιορισμούς και για το απώτατο μέλλον, στο βαθμό που συνθέτουν μια περιοριστική ένδειξη για τον εφαρμοστή του δικαίου, κυρίως για τη δικαστική λειτουργία, αλλά και αφετέρου καθιστούν την αντιπροσώπευση των «αποδήμων», οι οποίοι αποστερούνται την οικία εκλογική τους περιφέρεια, αντικείμενο της διακριτικής ευχέρειας της ηγεσίας των κομμάτων. Τα ανωτέρω ενδεχόμενα σε συνδυασμό με τη μη νομοθέτηση της επιστολικής ψήφου συνθέτουν μια τελείως ελλιπή, φοβισμένη και ανεπαρκή λύση σε ένα πρόβλημα που ελπίζουμε πως από άλυτο, η συνεννόηση των κομμάτων θα το καταστήσει επιλύσιμο.

 

Δύο λόγια για την επιστολική ψήφο: η ανάγκη για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, ώστε να επιτευχθούν τα 2/3 των Βουλευτών προκειμένου να ψηφιστεί ο νόμος για την ψήφο των «αποδήμων», οδήγησε σε εγκατάλειψη της επιστολικής ψήφου. Κι όμως, αυτή η μορφή εκδήλωσης εκλογικής προτίμησης θα διευκόλυνε πάρα πολύ τη συμμετοχή στις γενικές βουλευτικές εκλογές. Είναι μεγάλο λάθος που την εγκαταλείψαμε. Για μας αποτελεί τη δεύτερη σοβαρότερη μεταρρύθμιση του πολιτικού δικαιώματος του εκλέγειν, μετά από την προσμέτρηση στο εκλογικό αποτέλεσμα των ψήφων των «αποδήμων». Οι μικροκομματικοί υπολογισμοί οδήγησαν στην αδικαιολόγητη αυτή υποχώρηση.

 

Ολοκληρώνω την εισήγησή μου, με ορισμένες ακόμη παρατηρήσεις. Πρώτον, η θεμελιωμένη στο άρθρο 54§2 άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, προϋποθέτει το σεβασμό στην έννοια του «νόμιμου πληθυσμού», ο όποιος είναι εκλογικά οργανωμένος με βάση την εγγραφή των πολιτών στα οικεία δημοτολόγια και κατανεμημένος σε εκλογικές περιφέρειες, άρα προκύπτει η ανάγκη σύνταξης ειδικών εκλογικών καταλόγων εξωτερικού. Κι αυτό, διότι υπάρχουν χιλιάδες συμπολίτες μας, οι οποίοι διαμένουν στο εξωτερικό και εργάζονται εκεί προσωρινά. Ή και είναι ήδη εγγεγραμμένοι, αλλά θα ασκήσουν το δικαίωμά τους στο εξωτερικό. Δεύτερον, η οποιαδήποτε εξάσκηση του εκλογικού δικαιώματος των αποδήμων με εισόδημα ή περιουσιακά στοιχεία θα αποτελούσε πρωτόγονη αντισυνταγματική νομοθετική παρέμβαση. Οι κωδικοί άμεσης διακρίβωση των εκλογέων (ΑΦΜ, ΑΜΚΑ ή ο νέος σχεδιαζόμενος ενιαίος κωδικός) δεν αποτελούν, βεβαίως, μορφές διασύνδεσης και εξάρτησης του εκλογικού δικαιώματος με την οικονομική δραστηριότητα ή την περιουσιακή κατάσταση των πολιτών. Και τρίτον, τα χρονικά όρια αποδημίας δεν πρέπει να είναι τόσο ευρέα, ώστε να αποτελούν κατ΄ουσίαν μέσο αποστέρησης του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος (δικαίωμα του εκλέγειν).

 

Η αναθεώρηση του άρθρου 54 και η σχετική προσθήκη που αφορά την ψήφο των «αποδήμων», αποτελεί έναν από τους ελάχιστους λόγους, όπως π.χ. και το άρθρο 86, για τους οποίους θα μπορούσε να δει κανείς θετικά την παρούσα αναθεώρηση. Αν και, κατά τη γνώμη μου, και αυτό το θέμα θα μπορούσε να ρυθμιστεί με την παρέμβαση του κοινού νομοθέτη, δίχως να σπαταληθεί το αναθεωρητικό διάβημα και να καθυστερήσουν για τουλάχιστον δέκα χρόνια οι μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα στη Διοίκηση και τη Δικαιοσύνη. Συνεπώς, και αυτή, ακόμη, η όπως φαίνεται, περιορισμένη θετική θεσμική και πολιτική αλλαγή θα εξαρθεί ως προς τη σημασία της όταν η Βουλή θα ψηφίσει το σχετικό νόμο και όχι σήμερα. Επαναλαμβάνω: κρίμα που χάνουμε μια εξαιρετικά σημαντική αναθεωρητική ευκαιρία, προκειμένου να ρυθμίσουμε ζητήματα που προκαλεί η εσωκομματική δυστροπία.

 

Συμπερασματικώς θέλω να υπογραμμίσω, πως οι αναλύσεις μας για το άρθρο 54 έτσι όπως θα αναθεωρηθεί, το άρθρο 62 που αναθεωρείται απλώς για να υποστηρίζουν κάποιοι οτι αναθεωρήθηκε, η ανειλικρινής συζήτηση για την απάλειψη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 86§3 και κυρίως η υποκριτική πρόταση για την ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 86 αποδεικνύουν πως και η ίδια η κορύφωση του παρόντος αναθεωρητικού διαβήματος , δηλαδή η ποινική ευθύνη των υπουργών και η ψήφος των ομογενών, υπονομεύτηκε από τον πολιτικό φόβο και την υποκρισία.