Το πλήρες κείμενο της αγόρευσής μου #Συνταγμα #6η_Ενοτητα

Το πλήρες κείμενο της αγόρευσής μου #Συνταγμα #6η_Ενοτητα

Ενότητα 6η

Εισήγηση Ανδρέα Λοβέρδου,

Γενικού Εισηγητή του Κινήματος Αλλαγής

στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος

22 Οκτωβρίου 2019

Άρθρα 96§5, 101 Α

 

Κύριε Πρόεδρε,

κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

με τα μέλη και τα στελέχη των στρατιωτικών δικαστηρίων με συνδέουν προσωπικές και πολιτικές εμπειρίες που έρχονται από το παρελθόν. Συγκεκριμένα, όταν μπήκα στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το 1973, ήμουν συμφοιτητής με τους φοιτητές της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (Σ.Σ.Α.Σ.). Όταν έπεσε η χούντα για τους φοιτητές αυτούς δημιουργήθηκε ένα άσχημο κλίμα, διότι τους χρεώνονταν αδίκως ευθύνες για την προηγηθείσα συντριβή της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Ήταν, όμως, τόσο εμφανής η δημοκρατική πεποίθηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των φοιτητών αυτών, που οδήγησε τόσο εμένα όσο και πολλούς άλλους πολιτικοποιημένους φοιτητές της Νομικής Σχολής να τους συμπαρασταθούμε και να βοηθήσουμε να αλλάξει σιγά-σιγά το απαράδεκτο αυτό κλίμα. Έτσι συνδεθήκαμε με αρκετούς φοιτητές της Σ.Σ.Α.Σ. με προσωπική φιλία. Αργότερα, το 2001, συνέταξα γνωμοδότηση, ενόψει της τότε αναθεώρησης του Συντάγματος, κεντρικό σημείο της οποίας ήταν πως οι στρατιωτικοί δικαστές είναι δικαστές και έχουν όλες τις εγγυήσεις του Συντάγματος.

Η αναθεώρηση, ωστόσο, του 2019 πρέπει να επεκτείνει τη διατύπωση της παραγράφου 5 του άρθρου 56 του Συντάγματος του1975, ορίζοντας, αντί να αναφέρει μόνο το άρθρο 87§1, να έχουν οι στρατιωτικοί οι δικαστές όλες τις εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, που ορίζει το Σύνταγμα, για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς. Η πρόταση δηλαδή της Νέας Δημοκρατίας θα μπορούσε να γίνει σαφέστερη με την προσθήκη, μετά τη φράση «…του Συντάγματος», της φράσης «όλους τους δικαστικούς λειτουργούς». Και ακόμη το τελευταίο εδάφιο της προσθήκης της Νέας Δημοκρατίας θα μπορούσε να αντικατασταθεί με τη φράση: «η διάταξη του άρθρου 90§5 εφαρμόζεται και στην περίπτωση της θητείας του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου».

 

Θέμα, σοβαρότατο μάλιστα, ενόψει και της νομολογίας του Δικαστηρίου της ΕΣΔΑ προκύπτει από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 96§5, σύμφωνα με το οποίο τα στρατιωτικά δικαστήρια συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από στρατιωτικούς δικαστές, συνεπώς η μειοψηφία τους αποτελείται από στρατοδίκες. Οι στρατοδίκες, όμως, είναι στρατιωτικοί, ενταγμένοι στην στρατιωτική ιεραρχία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να απολαμβάνουν πλήρη προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία. Συνεπώς, μου φαίνεται προτιμότερο να κάνουμε την εξής διάκριση, επαναδιατυπώνοντας το άρθρο 96§5: νόμος ορίζει, πού ακριβώς επιτρέπεται η συμμετοχή μη στρατιωτικών δικαστών. Έτσι θα αποφευχθεί οριστικά το ενδεχόμενο καταδίκης της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σημειωτέον, πως η αναθεώρηση του άρθρου 96§5 ψηφίστηκε από 237 βουλευτές!

 

Ως προς το άρθρο 101 Α, το οποίο αφορά τις Ανεξάρτητες Αρχές.

 

Η αναθεώρηση του άρθρου αυτού ψηφίστηκε από 232 Βουλευτές στην προηγούμενη προτείνουσα Βουλή. Η θέση του Κινήματος Αλλαγής, αλλά και η προσωπική μου θέση, ως προς τη φύση, το χαρακτήρα και την αναγκαιότητα των Ανεξάρτητων Αρχών, οι οποίες εν τοις πράγμασι αποτελούν ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, συνοψίζεται στα εξής: οι Ανεξάρτητες Αρχές αφενός είναι απαραίτητες για να ελέγχουν και να εποπτεύουν δραστηριότητες των διοικουμένων με ιδιαιτέρως ευαίσθητο χαρακτήρα, από πλευράς κυρίως –αλλά όχι αποκλειστικά- σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά και αφετέρου αποτελούν ομολογία, πως η κρατική λειτουργία πάσχει από αμεροληψία και από έλλειψη δεξιοτήτων, και ως εκ τούτου απαιτείται η εφεύρεση κάποιων άλλων αρχών ή φορέων ή ρυθμιστικών αρχών, οι οποίοι και οι οποίες να κείνται εκτός διοικητικής ιεραρχίας.

 

Οι προτάσεις μας ως προς τις ανεξάρτητες αρχές του άρθρου 101 Α του Συντάγματος επιγραμματικώς είναι οι εξής:

Προτείνουμε τον περιορισμό του κοινού νομοθέτη να ιδρύει κατά βούληση ανεξάρτητες αρχές, συμφωνούμε απολύτως στη διατήρηση της πολύ αυξημένης πλειοψηφίας των μελών της Διάσκεψης Προέδρων της Βουλής προκειμένου να γίνεται η επιλογή των μελών τους, και, τέλος, προτείνουμε τον άμεσο κοινοβουλευτικό έλεγχο των διοικήσεων των αρχών αυτών από την Ολομέλεια της Βουλής.

 

Και συγκεκριμένα: αρχίζοντας από το τελευταίο σημείο των θέσεων μας. Πρώτον στην παράγραφο 3 του άρθρου 101 Α να προστεθεί η δυνατότητα, η Ολομέλεια να ασκεί απευθείας έλεγχο στις διοικήσεις των Ανεξάρτητων Αρχών, ούτως ώστε να αποφευχθεί η σημερινή απαράδεκτη κατάσταση, να ασκείται ο σχετικός κοινοβουλευτικός έλεγχος διά του αρμόδιου, ως προς το ελεγχόμενο θέμα, Υπουργού. Σήμερα ο κοινοβουλευτικός έλεγχος ρυθμίζεται από το άρθρο 138Α του Κανονισμού της Βουλής. Και ο έλεγχος αυτός, που ασκείται κυρίως μέσω εκθέσεων και ακροάσεων, μπορεί να υποστηριχθεί πως είναι κατά τις προβλέψεις πλήρης. Αυτό που λείπει, ωστόσο, είναι η δυνατότητα της Ολομέλειας της Βουλής να ελέγχει, χωρίς διαμεσολάβηση, τις Ανεξάρτητες Αρχές, αυτές βέβαια που ορίζει το ίδιο το Σύνταγμα, δηλαδή τις πέντε: ΑΣΕΠ (άρθρο 105§7 Σ.), ΕΣΡ (άρθρο 15§2 Σ.), Αρχές Προστασίας Προσωπικών δεδομένων (άρθρο 19§2 Σ.), ο Συνήγορος του Πολίτη (άρθρο 103§9 Σ.) και Αρχή Προστασίας Απορρήτου Τηλεπικοινωνιών (άρθρο 19§2 Σ.). Η προσθήκη αυτή θα διευκόλυνε σε πολύ μεγάλο βαθμό το δημόσιο πολιτικό έλεγχο της λειτουργίας των Ανεξάρτητων Αρχών, τις οποίες το Σύνταγμα αξιολόγησε ως Αρχές συνταγματικής περιωπής.

 

Δεύτερον. Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 101 Α πρέπει να προστεθεί, πως η δυνατότητα του νομοθέτη να ιδρύει Ανεξάρτητες Αρχές δεν είναι απεριόριστη. Όπως έχουμε δεχθεί, οι Ανεξάρτητες Αρχές αποτελούν μια νέα μορφή «οργάνωσης και άσκησης δημόσιας εξουσίας».  Η υπερβολική καταφυγή, όμως, σε αυτές υποδηλώνει τη χρεοκοπία του διοικητικού μας συστήματος και κατ’ επέκταση και του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματός μας. Δεν πρόκειται να ξεχάσω μέλος της κυβέρνησης να μου εξομολογείται: « Είναι τέτοια η κατάσταση της διαιτησίας στο ποδόσφαιρο, που σκέφτομαι να προτείνω την ίδρυση σχετικής ανεξάρτητης αρχής»(!). Πέραν της σκωπτικής διάθεσης με την οποία αντιμετώπισα την πρόταση, η ζωή αποδείχτηκε εφευρετικότερη. Ιδρύθηκε «ανεξάρτητη αρχή» για τον επαγγελματικό αθλητισμό (!!!) και σήμερα η Ελλάδα διαθέτει (30)!!! τέτοιου είδους αρχές. Με άλλα λόγια, η υπερβολική καταφυγή στις αρχές αυτές, δηλώνει ευθέως την αδυναμία και τον φόβο της εκτελεστικής εξουσίας να ασκήσει τα καθήκοντά της. Κι ακόμη, η πρόσφατη εμπειρία με δύο δικαστικές λειτουργούς, αφυπηρετήσασες, παραπέμπει ευθέως και στον κίνδυνο πλαγίας λειτουργίας του πελατειακού κράτους. Κατά συνέπεια, κρίνουμε απαραίτητη την προσθήκη, στο άρθρο 101 Α §1, ενός περιορισμού του κοινού νομοθέτη στην ίδρυση παρόμοιων μη συνταγματοποιημένων ανεξάρτητων αρχών. Ο περιορισμός αυτός θα μπορούσε να εισαχθεί και με διάταξη, η οποία θα προέβλεπε, πως για την ίδρυση Ανεξάρτητης Αρχής, την κατάργηση της, αλλά και τη μεταβολή των αρμοδιοτήτων της, απαιτείται πλειοψηφία των 3/5 της Βουλής. Ωστόσο, επί του θέματος αυτού δεν είναι ορθό να μην επισημάνω, πως από τις 30 περίπου Ανεξάρτητες Αρχές που υπάρχουν σήμερα, και εκτός των πέντε που είναι συνταγματοποίησημενες, υπάρχουν ορισμένες που ξεφεύγουν από τον κανόνα της υπερβολής στην ίδρυση τέτοιων αρχών και διαδραματίζουν έναν κεντρικό ρόλο στο πλαίσιο της Ελληνικής Πολιτείας. Θέλω να αναφέρω την Επιτροπή Ανταγωνισμού, την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, την Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, την Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Αν δεν υπάρχει διάθεση από την πλειοψηφία συνταγματοποίησης της, μπορούμε, με την πλειοψηφία των 3/5 να υπαγάγουμε τις Αρχές αυτές σε αυξημένες εγγυήσεις θεσμού.

 

Τέλος, τρίτον, η πλειοψηφία των 4/5 που απαιτείται από το Σύνταγμα, στο άρθρο 101 Α §2 εδ.γ’, δεν πρέπει να αλλάξει. Ως μέλος της Διάσκεψης Προέδρων βίωσα την τελευταία ανάδειξη της διοίκησης του ΕΣΡ, υπό την προεδρεία του κ.Θανάση Κουτρουμάνου. Πολλές συνεδριάσεις, πολλές προτάσεις πολλοί συνδυασμοί προτάσεων και εν τέλει ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Ας μην απεμπολήσουμε τα αγαθά μιας τέτοιες δύσκολης ρύθμισης που οδηγεί σε θετικά αποτελέσματα, χάριν μιας θεσμικής ευκολίας, η οποία θα εξυπηρετήσει τις πελατειακές κλίσεις του πολιτικού μας συστήματος.