Το πλήρες κείμενο της εισήγησής μου για το Σύνταγμα #9η_ενότητα #vouli

Το πλήρες κείμενο της εισήγησής μου για το Σύνταγμα #9η_ενότητα #vouli

Ενότητα 9η

30 Οκτωβρίου 2019

Άρθρα 54§1, 54§4, ερμηνευτική δήλωση, 56§5

Κύριε Πρόεδρε,

κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

στην όγδοη ενότητα η εκ μέρους μας απόρριψη της πρότασης της προηγούμενης πλειοψηφίας στη Βουλή για την άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, θεμελιώθηκε σε δύο επιχειρήματα. Πρώτον, στην απόρριψη της έμμεσης επαναφοράς του δυϊσμού στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας και στην επιμονή στο εκλογικευμένο κοινοβουλευτικό πολίτευμα. Και δεύτερον, στον παραμερισμό των εκλογικών συστημάτων της αμιγώς απλής αναλογικής. Το δεύτερο επιχείρημα αποτελεί τη βάση της εκ μέρους μας απόρριψης των προτάσεων για την αναθεώρηση της παραγράφου

1 του άρθρου 54, καθώς και της πρόσθεσης ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο αυτό περί του επιτρεπτού βαθμού απόκλισης από το σύστημα της αμιγούς απλής αναλογικής. Σε ό,τι δε αφορά την ανωτέρω ερμηνευτική δήλωση, αρκεί να προσθέσω, πως η αμιγώς απλή αναλογική υποχωρεί, ακόμη και με τη διαίρεση της ενιαίας επικράτειας σε επιμέρους εκλογικές περιφέρειες. Επαναλαμβάνω, μείζων αρχή των πολιτευμάτων που σέβονται τα πολιτικά, ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα είναι η Δημοκρατική Αρχή, η οποία, όμως, υπονομεύεται στο βαθμό που επικρατεί αστάθεια στην εκτελεστική και τη νομοθετική λειτουργία (συχνότατες παραιτήσεις κυβερνήσεων και διαλύσεις των νομοθετικών συστημάτων). Στις περιπτώσεις της ανωτέρω αστάθειας ευδοκιμεί και επιπολάζει ο δημαγωγικός λόγος, που αρθρώνεται εναντίον της ίδιας της Δημοκρατίας.

Το Κίνημα Αλλαγής απορρίπτει, επίσης, την πρόταση προσθήκης μίας ακόμη παραγράφου στο άρθρο 56, με την οποία θα εισαχθεί νέο κώλυμα εκλογιμότητας, όταν ο υποψήφιος βουλευτής έχει ήδη συμπληρώσει τρεις πλήρεις και συνεχόμενες εκλογικές περιόδους ως Βουλευτής. Απορρίπτουμε την προσθήκη αυτή της νέας παραγράφου 5 στο άρθρο 56, διότι παρόμοιοι περιορισμοί στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι δεν συναντώνται στα δημοκρατικά πολιτεύματα. Ο νεωτερισμός αυτός είναι αντιδημοκρατικός. Περιορίζει αδικαιολόγητα τόσο το πολιτικό δικαίωμα του εκλέγεσθαι, όσο και εκείνο του εκλέγειν. Ο μόνος που είναι δημοκρατικό να αποφασίζει ποιο μέλος της νομοθετικής λειτουργίας θα παραμείνει στη θέση του είναι ο ίδιος ο λαός, το εκλογικό σώμα, τα κόμματα που καταρτίζουν τις λίστες των υποψηφίων, καθώς και οι ίδιοι οι πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Ο περιορισμός των θητειών είναι συχνός στα δημοκρατικά πολιτεύματα, αλλά αφορά όργανα της εκτελεστικής εξουσίας και μάλιστα μονοπρόσωπα (Πρόεδρος της Δημοκρατίας). Η μεταφορά του περιορισμού αυτού στη νομοθετική λειτουργία είναι αντιδημοκρατική. Επιπροσθέτως, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τρεις συνεχόμενες πλήρεις κοινοβουλευτικές περιόδους πέραν του σφάλματος και του δημαγωγικού της χαρακτήρα, εμπεριέχει και στοιχεία προσχήματος, αφού συνήθως η Βουλή στην Ελλάδα διαλύεται πρόωρα.

Για τη συμμετοχή στις γενικές βουλευτικές εκλογές των Ελληνίδων και των Ελλήνων πολιτών που βρίσκονται στην αλλοδαπή έχω κάνει δύο αναφορές έως σήμερα, στην παρούσα Επιτροπή για την Αναθεώρηση του Συντάγματος. Στις αναφορές μου αυτές διευκρίνιζα τις τέσσερις βασικές θέσεις του Κινήματος Αλλαγής ως προς το συγκεκριμένο θέμα : ψήφος στους εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους, ψήφος ίση και ισοδύναμη με των υπολοίπων εκλογέων, επιστολική ψήφος και εκλογικές περιφέρειες ή εκλογική περιφέρεια εξωτερικού. Στις πρώτες εβδομάδες των συνεδριάσεων της Επιτροπής για την Αναθεώρηση του Συντάγματος διαφαινόταν πως ο ΣΥΡΙΖΑ, στηριγμένος στο ενδεχόμενο πως το ΚΚΕ δεν θα συμφωνούσε με τη συγκεκριμένη σοβαρότατη μεταρρύθμιση στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων και της Δημοκρατικής Αρχής, εκδήλωνε την αντίθεσή του να συνυπολογίζεται στο τελικό εκλογικό αποτέλεσμα η ψήφος των εκτός Ελλάδος ψηφιζόντων Ελλήνων και Ελληνίδων. Πίστευαν στον ΣΥΡΙΖΑ πως υπάρχει στη Βουλή ακυρωτική της σχετικής μεταρρύθμισης μειοψηφία των 101 Βουλευτών. Όταν, όμως, το ΚΚΕ εμφανίστηκε, υπό προϋποθέσεις, θετικό στην ίση και ισοδύναμη ψήφο των λεγομένων χάριν συντομίας «αποδήμων», ο ΣΥΡΙΖΑ αναγκάστηκε να αλλάξει τη θέση του. Και αυτό γιατί η ακυρωτική, της σχετικής προσπάθειας, κοινοβουλευτική μειοψηφία των 101 ψήφων έπαψε να υπάρχει. Εν τέλει, η εξέλιξη ήταν θετική, υπήρξε διακομματική ομοφωνία ως προς τους περιορισμούς στη συγκεκριμένη άσκηση του καθολικού δικαιώματος του εκλέγειν και πρέπει εμείς, ως Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, να προτείνουμε στην Ολομέλεια της Βουλής τη συνταγματική διάταξη υποδοχής των προαναφερθέντων περιορισμών.

Ο τίτλος που προσέδωσαν τα κόμματα στους νομοθετικούς περιορισμούς της συγκεκριμένης άσκησης του πολιτικού δικαιώματος του εκλέγειν είναι η απόδειξη της ύπαρξης κάποιου συγκεκριμένου δεσμού με την πατρίδα, πέραν της καταγωγής. Ο σχετικός νόμος, για τον οποίο ως γνωστόν το Σύνταγμα απαιτεί την πλειοψηφία των 2/3, των 200 βουλευτών δηλαδή, προκειμένου να ψηφιστεί και να ισχύει έπεται της αναθεώρησης του Συντάγματος. Και πάντως δεν αποτελεί κυρίως θέμα της επιτροπής μας. Η

παρούσα Επιτροπή καθήκον έχει να προσθέσει στο άρθρο 54 μία νέα παράγραφο, την παράγραφο τέσσερα, με την οποία θα οργανώνεται η ψήφος των λεγομένων «αποδήμων», προκειμένου να εκλέγονται, από «ενιαίο ψηφοδέλτιο», πέντε βουλευτές που θα τους αντιπροσωπεύουν. Η κατεύθυνση αυτή δεν μας δεσμεύει βεβαίως, δεν δεσμεύει την εκλεγείσα στις 7 Ιουλίου 2019 παρούσα Αναθεωρητική Βουλή. Ως φαίνεται, ωστόσο, η συζήτηση περί κατευθύνσεων δεν έχει και καμία σημασία ως προς την πρόσθεση της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 54 –σε ό,τι αφορά τις εργασίες της ίδιας της Βουλής- κι αυτό διότι όλα δείχνουν πως διαμορφώνεται μια συντριπτική πλειοψηφία στην Ολομέλεια. Συνεπώς, μπορούμε να επεξεργαστούμε χωρίς καθυστερήσεις τη ρύθμιση που θα προτείνουμε στην Ολομέλεια.

Σπεύδω να επισημάνω την ύπαρξη δύο κατηγοριών «αποδήμων» που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους βάσει των σχετικών δημοτολογίων και σύμφωνα με την τελευταία απογραφή (άρθρο 54 παρ. 2 Σ.): α) Εκείνων που έφυγαν προσφάτως από την Ελλάδα για προσωπικούς λόγους σπουδών ή εργασίας και β) εκείνων που έχουν «αποδημήσει» πάρα πολλά χρόνια ή και δεκαετίες πριν την ψήφιση του σχετικού νόμου. Άποψή μας είναι, πως με τη σύνταξη της νέας παραγράφου 4 στο άρθρο 54 η προαναφερθείσα διαφορά δεν έχει καθοριστικό νόημα. Άποψή μας, επίσης, είναι ότι το Σύνταγμα πρέπει να αρκεστεί σε μια αφαιρετική διατύπωση της δυνατότητας νομοθετικής πρόβλεψης περιορισμών και να μην προσχωρήσει σε ειδικότερες ρυθμίσεις, διότι ο νομοθέτης πρέπει να μείνει ελεύθερος να αλλάξει το σχετικό του δίκαιο στο μέλλον, δίχως υπέρμετρη δέσμευση, διευρύνοντας το πολιτικό δικαίωμα του εκλέγειν, στο βαθμό που διατηρείται η πλειοψηφική εγγύηση των 2/3 στο άρθρο 51§4 του Συντάγματος. Άρα, πρέπει να γίνει αμέσως σαφές, πως η εν στενή εννοία συνταγματική βάση συμμετοχής στις γενικές βουλευτικές εκλογές των εκτός Ελλάδος ευρισκομένων Ελληνίδων και Ελλήνων θα είναι τα άρθρα 51§4 και 54§2, καθώς και το άρθρο 54§4, όπως αυτό θα διαμορφωθεί. Προφανώς, ο έλεγχος της συνταγματικότητας του νόμου που θα ψηφιστεί από τη Βουλή θα γίνεται με βάση ολόκληρο το Σύνταγμα, εκεί όπου αυτό ρυθμίζει την προστασία της

άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων (π.χ. αρχή της ισότητας και της ισοδυναμίας της ψήφου, της αρχής της αναλογικότητας των νομοθετικών περιορισμών κ.ο.κ.). Ακριβώς γι’ αυτό, αλλά και με το δεδομένο, πως δεν αναθεωρούμε εν προκειμένω το Σύνταγμα μόνο και μόνο για να καλύψουμε την πρώτη σχετική νομοθετική μας επιλογή, αλλά και όλες τις επόμενες, οφείλουμε να διατυπώσουμε το άρθρο 54§4 με επιγραμματικό, δηλαδή σύντομο αλλά περιεκτικό τρόπο.

Με τις σκέψεις που προηγήθηκαν θεωρούμε ιδιαιτέρως λεπτομερειακή την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας σε ό,τι αφορά το πρώτο της εδάφιο. Και ακόμη θέλουμε να επισημάνουμε, πως το δεύτερο εδάφιο της ανωτέρω πρότασης που αφορά τα ψηφοδέλτια Επικρατείας των κομμάτων, διατυπώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε εν τέλει αλλοιώνεται η αντιπροσώπευση των «αποδήμων», αφού αυτή τίθεται στη διακριτική ευχέρεια των κομμάτων. Θεωρούμε πως αυτές οι διατυπώσεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της προτάσεως της Νέας Δημοκρατίας αφενός επεκτείνουν τους περιορισμούς και για το απώτατο μέλλον, στο βαθμό που συνθέτουν μια περιοριστική ένδειξη για τον εφαρμοστή του δικαίου, κυρίως για τη δικαστική λειτουργία, αλλά και αφετέρου καθιστούν την αντιπροσώπευση των «αποδήμων», οι οποίοι αποστερούνται την οικία εκλογική τους περιφέρεια, αντικείμενο της διακριτικής ευχέρειας της ηγεσίας των κομμάτων. Τα ανωτέρω ενδεχόμενα σε συνδυασμό με τη μη νομοθέτηση της επιστολικής ψήφου συνθέτουν μια τελείως ελλιπή, φοβισμένη και ανεπαρκή λύση σε ένα πρόβλημα που ελπίζουμε πως από άλυτο, η συνεννόηση των κομμάτων θα το καταστήσει επιλύσιμο.

Δύο λόγια για την επιστολική ψήφο: η ανάγκη για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, ώστε να επιτευχθούν τα 2/3 των Βουλευτών προκειμένου να ψηφιστεί ο νόμος για την ψήφο των «αποδήμων», οδήγησε σε εγκατάλειψη της επιστολικής ψήφου. Κι, όμως, αυτή η μορφή εκδήλωσης εκλογικής προτίμησης θα διευκόλυνε πάρα πολύ τη συμμετοχή στις γενικές βουλευτικές εκλογές. Είναι μεγάλο λάθος που την εγκαταλείψαμε. Για μας αποτελεί τη δεύτερη σοβαρότερη μεταρρύθμιση στο

πολιτικού δικαιώματος του εκλέγειν, μετά από την προσμέτρηση στο εκλογικό αποτέλεσμα των ψήφων των «αποδήμων». Οι μικροκομματικοί υπολογισμοί οδήγησαν στην αδικαιολόγητη αυτή υποχώρηση.

Ολοκληρώνω την εισήγησή μου, με ορισμένες ακόμη παρατηρήσεις. Πρώτον, η θεμελιωμένη στο άρθρο 54§2 άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, προϋποθέτει το σεβασμό στην έννοια του «νόμιμου πληθυσμού», ο όποιος είναι εκλογικά οργανωμένος με βάση την εγγραφή των πολιτών στα οικεία δημοτολόγια και κατανεμημένος σε εκλογικές περιφέρειες, άρα προκύπτει η ανάγκη σύνταξης ειδικών εκλογικών καταλόγων εξωτερικού. Κι αυτό, διότι υπάρχουν χιλιάδες συμπολίτες μας, οι οποίοι διαμένουν στο εξωτερικό και εργάζονται εκεί προσωρινά. Ή και είναι ήδη εγγεγραμμένοι, αλλά θα ασκήσουν το δικαίωμά τους στο εξωτερικό. Δεύτερον, η οποιαδήποτε εξάσκηση του εκλογικού δικαιώματος των αποδήμων με εισόδημα ή περιουσιακά στοιχεία θα αποτελούσε πρωτόγονη αντισυνταγματική νομοθετική παρέμβαση. Οι κωδικοί άμεσης διακρίβωση των εκλογέων (ΑΦΜ, ΑΜΚΑ ή ο νέος σχεδιαζόμενος ενιαίος κωδικός) δεν αποτελούν, βεβαίως, μορφές διασύνδεσης και εξάρτησης του εκλογικού δικαιώματος με την οικονομική δραστηριότητα ή την περιουσιακή κατάσταση των πολιτών. Και τρίτον, τα χρονικά όρια αποδημίας δεν πρέπει να είναι τόσο ευρέα, ώστε να αποτελούν κατ΄ουσίαν μέσο αποστέρησης του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος (δικαίωμα του εκλέγειν).

Η αναθεώρηση του άρθρου 54 και η σχετική προσθήκη που αφορά την ψήφο των «αποδήμων», αποτελεί έναν από τους ελάχιστους λόγους για τους οποίους θα μπορούσε να δει κανείς θετικά την παρούσα αναθεώρηση. Αν και, κατά τη γνώμη μου, και αυτό το θέμα θα μπορούσε να ρυθμιστεί με την παρέμβαση του κοινού νομοθέτη, δίχως να σπαταληθεί το αναθεωρητικό διάβημα και να καθυστερήσουν για τουλάχιστον δέκα χρόνια οι μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα στη Διοίκηση και τη Δικαιοσύνη. Συνεπώς, και αυτή, ακόμη, η όπως φαίνεται, περιορισμένη θετική θεσμική και πολιτική αλλαγή θα εξαρθεί ως προς τη σημασία της όταν η Βουλή θα ψηφίσει το σχετικό νόμο και όχι σήμερα. Επαναλαμβάνω: κρίμα που χάνουμε μια

εξαιρετικά σημαντική αναθεωρητική ευκαιρία, προκειμένου να ρυθμίσουμε ζητήματα που προκαλεί η εσωκομματική δυστροπία.