Το πλήρες κείμενο της εισήγησής μου για τη θρησκευτική ελευθερία #Σύνταγμα #Ενότητα_1η

Το πλήρες κείμενο της εισήγησής μου για τη θρησκευτική ελευθερία #Σύνταγμα #Ενότητα_1η

Ενότητα 1η

Εισήγηση Ανδρέα Λοβέρδου, Γενικού Εισηγητή του Κινήματος Αλλαγής στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος

26 Σεπτεμβρίου 2019

 

Για τη θρησκευτική ελευθερία

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές,

στην προηγούμενη προτείνουσα Βουλή τόνιζα με ένταση την ανάγκη να ξέρουμε τί ορίζει το Σύνταγμα, προκειμένου να διατυπώσουμε προτάσεις αναθεώρησής του. Κι αυτό γιατί μας ταλαιπωρούσε ένας δημόσιος διάλογος περί δήθεν χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, όπου κανένας δεν καταλάβαινε τι εννοούσε ο άλλος. Και για να διορθώσω τον εαυτό μου, τελικά δεν επρόκειτο περί διαλόγου, αλλά περί ανθρώπων που μιλούσαν μόνοι τους, δίχως να ακούει ο ένας τι έλεγε ο άλλος. Ας δούμε, λοιπόν, προσεκτικά τι ορίζει το Σύνταγμα σήμερα. Το άρθρο 3 εμπεριέχει ρυθμίσεις που αφορούν έξι θέματα και που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο έρχονται από το παρελθόν, τον 19ο αιώνα και το Σύνταγμα του 1844:

α) Τον καθορισμό της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ως επικρατούσας. Κρατούσα, στη θεωρία, άποψη είναι πια, πως η διάκριση αυτή έχει συμβολικό, διαπιστωτικό και διακηρυκτικό χαρακτήρα στο μέτρο που αφορά την συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνίδων και των Ελλήνων. Η δε θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται στο άρθρο 13§1 του Συντάγματος, το οποίο εξειδικεύεται αποκλειστικά από τυπικό νόμο, δηλαδή από νόμο ψηφισμένο από την Ολομέλεια της Βουλής (άρθρο 72§1 του Συντάγματος), αλλά και δεν αναθεωρείται (άρθρο 110§1 του Συντάγματος). Εφαρμόζοντας το άρθρο 13§1 είχα την τιμή ως Υπουργός Παιδείας να εισηγηθώ στην Βουλή το Ν. 4301/2014, με τον οποίο οργανώθηκαν οι θρησκευτικές κοινότητες στην Ελλάδα και προστατεύτηκε η άσκηση λατρείας όλων των γνωστών θρησκειών στην Ελλάδα. Νόμος που υποδέχτηκαν με ανακούφιση όλοι οι πιστοί άλλων γνωστών θρησκειών και ο όποιος έπρεπε να είχε θεσπιστεί πριν από 50 χρόνια, αλλά καθυστερούσε!!!  Έτσι προστατεύεται η θρησκευτική ελευθερία στη νομοθεσία και στην πράξη και όχι με στερεότυπα. Μετά από μία ακόμη αδέξια «κωλοτούμπα» ο ΣΥΡΙΖΑ αποστασιοποιήθηκε από την κλασική του θέση και περί του απροσδιόριστου χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους και δεν πρότεινε μια τέτοιου είδους αναθεώρηση της συγκεκριμένης διάταξης του άρθρου 3.

Και στο σημείο αυτό, επιτρέψτε μου μία σύντομη παρέμβαση, με την οποία θα προσπαθήσω να εξηγήσω την αναφορά του προοιμίου του Συντάγματος, καθώς και τη διατύπωση του άρθρου 3. Προκύπτει αμέσως από την παρακαταθήκη του Φιλελληνισμού -όπου η χριστιανική θρησκεία αποτέλεσε και αυτή μία αιτία του-, αλλά και, κυρίως, από το ρόλο της Εκκλησίας στην Εθνική Παλιγγενεσία, ο σεβασμός στην Ορθόδοξη του Χριστού Εκκλησία όχι ως στοιχείο του συνταγματικού-θεσμικού οικοδομήματος ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους δικαίου, αλλά ως συλλογικό συναίσθημα, ως ζωοποιό στοιχείο της παράδοσής μας. Έως εδώ όμως. Το κράτος δικαίου, δηλαδή ο σεβασμός στα θεμελιώδη δικαιώματα πρέπει να είναι πλέριος. Και σε αυτό κατατείνουν οι προσπάθειες και οι προτάσεις μας.

β) Τη διακήρυξη της ενότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος με την μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη εκκλησία του Χριστού. Πρόκειται για τη διακήρυξη της δογματικής ενότητας της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο  και της Εκκλησίας της Ελλάδος με τις άλλες ομόδοξες.

γ) Τη διακήρυξη, πως η Εκκλησία της Ελλάδος τηρεί τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Εδώ τέθηκαν από τη θεωρία και τη νομολογία ζητήματα, εάν πρόκειται για όλους τους ανωτέρω κανόνες, ή εάν αφορά η διάταξη εκείνους που σχετίζονται με την δογματική ένωση των Εκκλησιών. Δογματικοί ή διοικητικοί κανόνες, ή όλοι από κοινού δηλαδή. Και ακόμη, μεταγενέστερα, η νομολογία του ΣτΕ επιχείρησε περαιτέρω διάκριση, στους θεμελιώδεις και τους μη θεμελιώδεις κανόνες. Πρόσφατη επ΄ αυτών των θεμάτων απόφαση η 3003/2014 της Ολομέλειας του ΣτΕ. Ούτε επ’ αυτού του θέματος η πλειοψηφία στην προηγούμενη Βουλή πρότεινε αλλαγές.

δ)  Τη διακήρυξη πως η Εκκλησία της Ελλάδος είναι αυτοκέφαλη, και διοικείται όπως ορίζει ο Καταστατικός της Χάρτης, με την τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της 29ης Ιουνίου 1850, που κήρυττε επισήμως την Αυτοκεφαλία, και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928, περί υπαγωγής των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Ούτε επ’ αυτού είχε προτείνει κάτι ο ΣΥΡΙΖΑ και ευτυχώς. Προβληματίζει ωστόσο που δεν έχει χρησιμοποιηθεί επί τέσσερα χρόνια η δυνατότητα να ρυθμίζεται ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας με πράξεις κανονιστικές της ίδιας της Εκκλησίας και όχι με νόμο όπως σήμερα ισχύει με το Ν. 590/1977. Υποκρισία μία ακόμη φορά, μεγάλη στις διαστάσεις της υποκρισία, για όσους διακινούν τη ψευδοθεωρία περί χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους.

ε) Την αναφορά στο άρθρο 3§2 στα ειδικά εκκλησιαστικά καθεστώτα σε περιοχές της Ελλάδας. Έχει διευκρινιστεί, πως δεν αφορά η παράγραφος αυτή τις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, αλλά την ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης και τις πέντε Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου. Και δεν αφορά επίσης το Άγιον Όρος, ως προς το οποίο υπάρχει η διάταξη του άρθρου 105 του Συντάγματος. Έχω την τιμή να είμαι ο Υπουργός που έδωσε νομική υπόσταση στην Εκκλησία της Κρήτης, καθορίζοντάς την ως Ν.Π.Δ.Δ. (άρθρο 52, Ν.4310/2014) και αλλάζοντας τον τρόπο εκλογής του Αρχιεπισκόπου (άρθρο 52, Ν. 4310/2014). Κάναμε ένα ιστορικό βήμα. Ορίσαμε το τριπρόσωπο για την εκλογή του Αρχιεπισκόπου να προκύπτει  από την ίδια την Εκκλησία και όχι από τον Υπουργό Παιδείας!!! Και την τελική επιλογή να κάνει η  Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου. Αυτές είναι οι πραγματικές και ειλικρινείς πρακτικές διακριτών ρόλων.

στ) Τέλος, τη ρύθμιση της §3 του άρθρου 3. Το αναλλοίωτο του κειμένου της Αγίας Γραφής και η επίσημη μετάφρασή  του μόνο με άδεια της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Απορεί κανείς με αυτή τη διάταξη, μόνο αν δεν ξέρει τι έγινε το 1901. Αν αγνοεί τα τραγικά γεγονότα, τα αποκληθέντα «Ευαγγελικά» ή «Ευαγγελιακά», οπότε η εφημερίδα Ακρόπολις δημοσίευσε την μεταγλώττιση των Ευαγγελίων στη δημοτική. Οι φοιτητές «τα έσπασαν» τότε. Έφτασαν και έως τη Βουλή οι «γλωσσαμύντορες» του Δηληγιάννη, γι΄αυτό σας λέω υπάρχουν ομοιότητες με πρόσφατες εξελίξεις σε ό,τι αφορά τη δημαγωγία, με φονική τραγική τότε κατάληξη. Έτσι το Σύνταγμα του 1911 συμπεριέλαβε αυτή τη διάταξη. Επ’ αυτού ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει απάλειψη. Δεν είχαμε αντίρρηση. Αλλά είναι δυνατόν  να προσβάλλεται από τον Πρωθυπουργό η ιστορία του τόπου;

Κινείται μια διαδικασία αναθεώρησης για να απαλειφθεί μία διάταξη που αφορά την ιστορία του τόπου; Έτσι, για να δοθεί δήθεν νόημα στην αναθεώρηση του άρθρου 3; Δεν θα έχουμε αντίρρηση σε αυτό. Αλλά, έλεος!!!

Εμείς προτείνουμε έναν αστερίσκο ερμηνευτικό για διακριτούς ρόλους (πρόταση Ευάγγελου Βενιζέλου την οποία υιοθέτησε και ο Ιωάννης Κονιδάρης).

Εσείς προτείνετε τη διακήρυξη θρησκευτικής ουδετερότητας!!! Ποιού; Της Ελληνικής Πολιτείας!!!

Τι είναι όμως Πολιτεία;;; Μα η όσμωση Κράτους-κοινωνίας, που είναι αέναη προσπάθεια, μια ιδεατή σύλληψη!!!

Εξ αντικειμένου δηλαδή η όλη συζήτηση επιστρέφει στα περί της δημαγωγίας των προτεινόντων. Έτσι όμως δεν βελτιώνεται το Σύνταγμα.

Έχω επισημάνει ήδη δύο φορές την επιστημονικώς λανθασμένη άποψη, που πλειοψήφησε στο Συμβούλιο της Επικρατείας και κατέστη απόφαση (660/2018). Και η οποία επαληθεύθηκε πριν λίγες ημέρες, με σχετική νέα απόφαση του ΣτΕ (1749-1752/2019, Ολομέλεια). Υπάρχει, λοιπόν, και πρωτεύων λόγος για να συμπληρωθεί το άρθρο 3 στην παρούσα Αναθεώρηση, εξ ου και εμείς που δεν θέλουμε να δημαγωγήσουμε σε κανένα κοινό, μιλάμε για αστερίσκο, κύριε Πρόεδρε, στο άρθρο 3, δηλαδή αυθεντική του ερμηνεία από τον αναθεωρητικό νομοθέτη. Οι διακριτοί ρόλοι μας απασχολούν και όχι αυτό το κατά τη γνώμη μου και από πλευράς γλώσσας βάρβαρο, περί «ουδετεροθρησκείας».  Αλλά, όμως, πριν από το άρθρο αυτό πρέπει να αναθεωρηθεί το άρθρο 16§2. Το άρθρο δηλαδή που καθορίζει ως αποστολή της εκπαίδευσης τη διαμόρφωση θρησκευτικής συνείδησης και η νομολογία το ερμήνευσε ως το μάθημα των θρησκευτικών όπως σήμερα διδάσκεται. Το συγκεκριμένο άρθρο δεν πρότεινε η πλειοψηφία της προηγούμενης Βουλής να αναθεωρηθεί. Η επιτομή της υποκρισίας !!! Και για να μην ξεχνιόμαστε, υποκρισία, με την οποία επιχειρούν να καλύψουν και την τότε εκδίωξη από την κυβέρνηση του υπουργού Παιδείας Ν.Φίλη!!!

Συμφωνούμε με την απάλειψη της παραγράφου 3 του άρθρου 3. Ωστόσο, θέλει σεβασμό η παράγραφος αυτή, δεν μπορεί να την περιγελούμε. Πρέπει να έχουμε συνείδηση της ιστορίας. Ο Πρωθυπουργός μίλησε απαράδεκτα για την παράγραφο αυτή. Ο σύμβουλός του ήταν ανιστόρητος και του έγραψε τα όσα του έγραψε. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3, ωστόσο, είπα δεν έχει κανένα λόγο, μπορεί να απαλειφθεί με σεβασμό στην ιστορία του τόπου και στους νεκρούς του 1901.

Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές,

Στην προηγούμενη Βουλή καταψηφίσαμε την πρόταση αναθεώρησης της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Συντάγματος, όπου γίνεται η αναφορά στα ειδικά καθεστώτα. Δεν υπάρχει παρεξήγηση πια, υπήρξε, όμως, για ένα χρονικό διάστημα εάν συμπεριλαμβάνεται ή όχι το Άγιον Όρος. Το Άγιον Όρος, έχει «δική» του διάταξη στο Σύνταγμα, το άρθρο 105, δεν υπάρχει κανένας λόγος παρεξηγήσεων. Και σε ό,τι αφορά τις νέες χώρες, η Συνοδική Πράξις του 1928, που επικαλείται η πρώτη παράγραφος του άρθρου 3, κάνει την υπαγωγή τους στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και συνεπώς ούτε και εκεί υπάρχει παρεξήγηση. Πραγματικά δεν έχω ακόμη αντιληφθεί τι προτείνει να αλλάξει η αξιωματική αντιπολίτευση στο άρθρο 3§2. Επιπλέον, δεν έχει γίνει κατανοητό ένα ακόμη θέμα. Η μετατόπιση που έγινε στο Σύνταγμα του 1975 της ρύθμισης του θέματος κράτους και εκκλησίας. Τα Συντάγματα έως το 1975 ξεκινούσαν με το θέμα της θρησκείας και μέσα στη διάταξη περί επικρατούσας θρησκείας κ.λπ., συμπεριελάμβαναν και τη διάταξη περί θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία υποτασσόταν σε αυτό το αξιακό πλαίσιο.

Έξι μεγάλες αλλαγές έγιναν με το Σύνταγμα του 1975. Η πρώτη είναι η αλλαγή της θέσης των ρυθμίσεων περί θρησκείας. Από την αρχή του Συντάγματος,  από το πρώτο άρθρο του, τώρα το σχετικό θέμα περνάει στο άρθρο 3 και σε άλλη ενότητα. Η δεύτερη αλλαγή είναι ότι η απαγόρευση του προσηλυτισμού δεν αφορά μόνο την επικρατούσα θρησκεία, αλλά αφορά όλες τις θρησκείες. Απαγορεύεται να προσηλυτίσεις, δηλαδή να επιχειρήσεις να μεταβάλεις τη θρησκευτική συνείδηση κάποιου με δόλια μέσα, ανεξαρτήτως της θρησκείας που αυτός ομολογεί. Τρίτον, η μη υποχρέωση του Προέδρου της Δημοκρατίας να ασπάζεται την επικρατούσα θρησκεία. Τέταρτον, η απάλειψη από τον όρκο του Προέδρου της Δημοκρατίας της υποχρέωσής του να προστατεύει την επικρατούσα θρησκεία. Πέμπτον, η ορκωμοσία του Προέδρου της Δημοκρατίας να γίνεται μόνο ενώπιον της Βουλής. Και έκτον, η κατάργηση της μονόπλευρης θρησκευτικής διδασκαλίας σε ό,τι αφορά το άρθρο 16§2, που όμως η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας μας χτυπάει τον κώδωνα, ότι το άρθρο 16§2 έπρεπε να αλλάξει και αυτό.

Μία μετάβαση, λοιπόν, έγινε με το Σύνταγμα του 1975, σοβαρότατη μετάβαση, την οποία ο κοινός νομοθέτης στηρίζει με σειρά μέτρων, δύο των οποίων ήταν «δικά» μου ως Υπουργού Παιδείας. Υπενθυμίζω επίσης, την τροπολογία που καταψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ για τους ιεροδιδασκάλους της Θράκης, πολύ σοβαρή, που πέτυχε στην πράξη και τώρα πια το Υπουργείο Παιδείας την αποδέχεται. Και επίσης, θυμίζω την παρέμβαση του κ. Κουβέλη και τη δική μου με τροπολογία που δέχτηκε η κυρία Γιαννάκου να μην απαιτείται η άδεια του επιχώριου Μητροπολίτη της δικής μας Εκκλησίας, προκειμένου να ανεγερθεί ιερός ναός από πιστούς άλλης γνωστής θρησκείας. Αυτά πρέπει να κάνει ο κοινός νομοθέτης για να λύνει τα προβλήματα και όχι να δημαγωγεί περί δήθεν διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας, που δεν τον προτείνει κανείς σήμερα υπό την έννοια που τον πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ στο παρελθόν τουλάχιστον. Το ΚΚΕ μόνο επιμένει σε αυτό.

Τέλος, προτείνουμε στο άρθρο 33§2, αλλά και στο άρθρο 59§1,§2 να καταγραφεί η σημερινή πρακτική, δηλαδή ο όρκος να δίδεται διαζευκτικά, θρησκευτικώς ή πολιτικώς. Η επιβολή του πολιτικού και μόνου όρκου δεν μας βρίσκει σύμφωνους.

Απορούμε, όμως, με τη Νέα Δημοκρατία που ενώ είχε και εκείνη προτείνει το διαζευκτικό όρκο, στη συνέχεια υπαναχώρησε. Πρόκειται, όμως, για μια απλή συνταγματική τυποποίηση όσων συμβαίνουν στην πράξη κατά την ορκωμοσία των Βουλευτών, καθώς και μία ευθυγράμμιση των διατάξεων περί όρκου του Προέδρου της Δημοκρατίας με τις υπόλοιπες σε σχέση με τους θεσμούς του Προέδρου διατάξεις. Εδώ αν δεν πρόκειται περί ψηφοθηρίας, καλούμε τον Εισηγητή της Νέας Δημοκρατίας να αλλάξει στάση και να κάνουμε ως προς τον όρκο τουλάχιστον τις απαραίτητες συνταγματικές αλλαγές. Αν δεν γίνει ούτε κι αυτό, δείτε για ποια αναθεώρηση σπαταλούνται τόσες δυνάμεις! Από τα 49 άρθρα υπό αναθεώρηση, τα 10 αφορούν μεταβατικές διατάξεις που δεν έχουν πλέον νόημα, διότι η μετάβαση έχει συντελεστεί. Φτάνουμε στο άρθρο 39. Και από αυτές όλες η πρώτη ενότητα τίθεται εκποδών. Δηλαδή οκτώ άρθρα. Άρα αναθεώρηση θα γίνει προς το παρόν μόνο για 31 άρθρα. Και έπεται συνέχεια. Το θέμα δεν είναι ποσοτικό βέβαια, είναι ποιοτικό αλλά γι’ αυτό μίλησα στην προηγούμενη συνεδρίαση και μάλιστα αφιέρωσα μεγάλο μέρος της ομιλία μου. Ολοκληρώνω με μία αναφορά στον κ.Κατρούγκαλο, ο οποίος με την δευτερολογία του χθες μου άσκησε κριτική για τη στάση του Κινήματος Αλλαγής στο ζήτημα της ψήφου των συμπολιτών μας που ζουν εκτός Ελλάδος. Είπαμε χθες, και το εξέφρασα εγώ εδώ στην Επιτροπή, πως η μόνη ορθή λύση για τη ψήφο αυτών των συμπολιτών μας πρέπει να στηρίζεται σε τέσσερις αρχές. Στην εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους, στην προσμέτρηση της ψήφου τους στο εκλογικό αποτέλεσμα, στην επιστολική ψήφο, καθώς και στο ξεχωριστό ψηφοδέλτιο υποψηφιοτήτων. Αυτή είναι μια δημοκρατική πρόταση που θεμελιώνεται και στο Σύνταγμα, σε ό,τι αφορά την ισοδυναμία της ψήφου. Αντιθέτως η πρόταση Κατρούγκαλου είναι ευθέως αντίθετη με το Σύνταγμα. Με το σύστημα των συνταγματικών διατάξεων που ρυθμίζουν την λαϊκή κυριαρχία, τη δημοκρατική αρχή της ισότητας των πολιτών, την ισοδυναμία της ψήφου. Γενικώς, κ. Εισηγητή της αξιωματικής αντιπολίτευσης θεωρώ πως πρέπει να κάνετε αυτοκριτική σε ό,τι αφορά τη θέση σας, που αποκλείει χιλιάδες συμπολίτες μας από τις εκλογές, από την άσκηση του πιο βασικού πολιτικού τους δικαιώματος κι όχι να κάνετε κριτική στο Κίνημα Αλλαγής.