Το πλήρες κείμενο της εισήγησής μου στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος #1η_συνεδρίαση

Το πλήρες κείμενο της εισήγησής μου στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος #1η_συνεδρίαση

Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος,

25/9/2019,  Ανδρέας Λοβέρδος

Είναι καλύτερα αυτή η Αναθεώρηση να μην γίνει

Για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

έχω την τιμή να είμαι γενικός εισηγητής του κόμματός μου στην παρούσα Αναθεωρητική Βουλή. Ατυχώς, όμως, με ευθύνη της προηγούμενης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, το έργο μας αφενός είναι πολύ περιορισμένο, και αφετέρου απουσιάζει παντελώς η αναθεωρητική αιχμή. Η απουσία, όμως, αυτή αφαιρεί τόσο από το έργο μας όσο και από μας τους ίδιους τη δυνατότητα να έρθουμε σε επικοινωνία με τις Ελληνίδες και τους Έλληνες. Η επικοινωνία αυτή είναι αδύνατη. Το διαπιστώσαμε, άλλωστε, στην προηγούμενη, προτείνουσα, Βουλή. Οι εργασίες μας δεν κατάφεραν να περάσουν τους τοίχους του κτιρίου της Βουλής. Καθηλώθηκαν μέσα στις αίθουσες. Και αυτό διότι δεν αγγίχτηκαν, με απόλυτη ευθύνη, επαναλαμβάνω, της προηγούμενης πλειοψηφίας, τα θέματα που κατά βάση απασχολούν τους πολίτες. Και συγκεκριμένα, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επέτρεψε να τεθούν υπό αναθεώρηση καίρια θέματα που αφορούν την γραφειοκρατία στη χώρα, τη γραφειοκρατία που δυναστεύει τη Διοίκηση και τη Δικαιοσύνη, δηλαδή αδιαφόρησε για τα δεινά που υφίσταται ο πολίτης ως διοικούμενος και ως διάδικος. Έγιναν πολλές προτάσεις από εμάς, όπως επίσης και από τη Νέα Δημοκρατία και Το Ποτάμι, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν όλες. Αγνοήθηκαν, επίσης, εκείνες οι προτάσεις μας που έχουν ως περιεχόμενο τη βελτίωση της θέσης του πολίτη ως πολιτικού και οικονομικού υποκειμένου. Προτιμήθηκαν θέματα που αφορούν τους ανοιχτούς δήθεν λογαριασμούς των κομμάτων με το εκλογικό σώμα, ή θέματα εσωτερικά των οργάνων του κράτους. Κι ακόμη η παρελθούσα πλειοψηφία πρότεινε να καταστούν πληθωρικότερες κάποιες συνταγματικές διατάξεις περί κοινωνικών δικαιωμάτων – τα ψηφίσαμε κι εμείς – που η νομολογία όμως έχει ήδη κατοχυρώσει, ενώ σήμερα αποκαλύπτονται οι προθέσεις της, όταν για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, δηλαδή για ένα κορυφαίο πολιτικό δικαίωμα, ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει να ψηφίζουν οι συμπολίτες μας αυτοί, αλλά η ψήφος τους να μην προσμετράται στο εκλογικό αποτέλεσμα, με καταφανή παραβίαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης ισοδυναμίας της ψήφου!!! Θεσμική υποκρισία!!! Εμείς διατυπώνουμε με σαφήνεια τις θέσεις μας επί του θέματος αυτού: εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους, προσμέτρηση των ψήφων των Ελληνίδων και των Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό στο εκλογικό αποτέλεσμα, ανάδειξη Βουλευτών, με αφαίρεση ενός αριθμού από το ψηφοδέλτιο Επικρατείας, από ειδικό ψηφοδέλτιο και οπωσδήποτε επιστολική ψήφος. Καθαρές προτάσεις!

Και έτσι φτάσαμε στη σημερινή αναθεωρητική Βουλή μέσα σε συνθήκες κοινωνικής ανυποληψίας, κοινωνικώς αθέατοι, αλλά και πολιτικώς αόρατοι. Όπως επανειλημμένα έχω υποστηρίξει στις αίθουσες της Βουλής, πέρασαν οι εποχές που ο λόγος περί Συντάγματος και μόνο εμπεριείχε αυταξία. Κύρος από το κύρος του Συντάγματος εδώ και χρόνια δεν αντλείται. Σήμερα, για να έχει εκτόπισμα μια πρόταση αναθεώρησης του καταστατικού χάρτη της ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να αφορά τα πολιτικώς και κοινωνικώς επίμαχα και όπως εμείς πιστεύουμε τον ίδιο τον πολίτη ως διάδικο, ως διοικούμενο, ως υποκείμενο της οικονομίας, καθώς και ως πολιτικού υποκειμένου.

Εισαγωγικώς θέλω να προσθέσω, πως ο χρόνος του ενός μηνός, που μας έχει δοθεί για να ολοκληρώσουμε, είναι λίγος. Και δεν ευσταθεί επιχείρημα που ακούγεται, πως ο χρόνος δήθεν είναι αρκετός, αφού η προηγούμενη προτείνουσα Βουλή για περισσότερες δεκάδες άρθρα είχε μόνο δύο μήνες. Γιατί, απευθυνόμενος στους νεοεκλεγέντες συναδέλφους, υποστηρίζω ότι πέρυσι, στην αρμόδια επιτροπή, κατά κυριολεξία «τσουβαλιάστηκαν» δεκάδες ρυθμίσεις σε ελάχιστες συνεδριάσεις με συμπιεσμένο χρόνο ομιλίας.

Σήμερα λοιπόν, ξεκινάει η διαδικασία σύνταξης των νέων διατάξεων, που θα αναθεωρήσουν τις υπό αναθεώρηση συνταγματικές διατάξεις. Ελπίζω η πίεση του χρόνου να μην οδηγήσει σε συντακτικά λάθη!

 

Δυστυχώς, επαναλαμβάνω, τα περισσότερα σοβαρά θέματα, για τα οποία η αναθεώρηση θα μπορούσε να ήταν πολύ χρήσιμη, είναι εκτός αναθεώρησης: το άρθρο 16§2 για τη θρησκευτική ελευθερία στην εκπαίδευση, το άρθρο 16§5 για τα μη κρατικά μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, το άρθρο 69 για την αυτοπρόσωπη παρουσία πολιτών στη Βουλή για τη στήριξη των αναφορών τους, το άρθρο 67 για την παρουσία ενός εύλογου αριθμού βουλευτών για τη ψήφιση ενός σχεδίου νόμου, το άρθρο 70§6 για τη θέσπιση, άμεσου, διεισδυτικού και απροειδοποίητου κοινοβουλευτικού ελέγχου κατά τα αγγλοσαξονικά πρότυπα, η καθιέρωση νόμων αυξημένης πλειοψηφίας, με νέα διάταξη, για πολύ σημαντικά θέματα, ώστε να μην αλλάζουν με την απλή αλλαγή υπουργού ή κυβέρνησης αναστέλλοντας τη λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας (π.χ. φορολογικοί νόμοι), το άρθρο 53§1 και η πρόβλεψη σταθερού οικονομικού κύκλου, η πρόβλεψη αποκλειστικών οικονομικών προθεσμιών για τη Διοίκηση και τη Δικαιοσύνη, γιατί σήμερα η Βουλή θεσπίζει τέτοιες προθεσμίες αλλά η Διοίκηση και η Δικαιοσύνη τις εκλαμβάνουν ως ενδεικτικές σε πολλές περιπτώσεις συντρίβοντας τα συμφέροντα των διοικουμένων, το άρθρο 93§4 για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, που θα μείωνε τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Όλα αυτά παραλήφθηκαν. Οι πολίτες αγνοήθηκαν. Γι’ αυτό και οι πολίτες αγνόησαν και αγνοούν την αναθεώρηση.

Προτιμότερο θα ήταν να μην προχωρήσουμε στην αναθεώρηση αυτή. Να την ακυρώσουμε όπως έχουμε το δικαίωμα και αμέσως να συντάξουμε νέα πρόταση για την επόμενη Βουλή. Γιατί χάνουμε δέκα ολόκληρα χρόνια, απλώς για να αλλάξουμε διατάξεις που αφορούν κυρίως το πολιτικό σύστημα, που τελικώς  δεν μπορεί να συμμορφωθεί σταθερά σε αρχές, όπως π.χ. ότι δεν πρέπει να διαστρέφουμε το νόημα του άρθρου 32 και να «ρίχνουμε», κυβερνήσεις όπως έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015, μην ψηφίζοντας Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

«Ακόμη μία μεγάλη ευκαιρία χάνεται»: αυτό είναι το μήνυμα της παρούσας αναθεώρησης.

Ματαίως αναζητώ κυρίαρχο σημείο αιχμής στην προκειμένη συνταγματική αναθεώρηση. Επιμέρους αιχμές, όπως  η αναθεώρηση του άρθρου 86 – που ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε παράδειγμα γιατί ακριβώς θεσπίστηκε το άρθρο αυτό με όσο έκανε εναντίον δέκα πολιτικών και κυρίως εναντίον μου, με το παραδικαστικό κύκλωμα που στήθηκε με ευθύνη υπουργού του και ίσως όχι μόνο αυτού– και η αλλαγή τρόπου εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, όπου απαλλάσσεται το πολιτικό σύστημα από το άλγος της εκλογολογίας λόγω του σημερινού τρόπου ανάδειξης του ρυθμιστή του πολιτεύματος είναι δύο σοβαρές αλλαγές, σημειακού όμως χαρακτήρα. Κι εδώ, όμως, πρέπει να σημειωθεί ένα διπλό λάθος του ΣΥΡΙΖΑ: α. η «ασίστ» που έδωσε στη Νέα Δημοκρατία να κάνει ό,τι θέλει με τη σύνταξη της νέας διάταξης, καθώς και β. η πρότασή του να αναδεικνύεται εν τέλει με άμεση εκλογή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αλλαγή που, αν γινόταν δεκτή, θα οδηγούσε στη δημιουργία των προϋποθέσεων επανόδου στη δυαρχία της εκτελεστικής λειτουργίας, η οποία αποτελούσε το μόνιμο λόγο πολιτικών και πελατειακών κρίσεων και συνεχούς αστάθειας.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια νομικοπολιτική διαδικασία. Τα Συντάγματα τα συντάσσουν πολιτικοί. Τα εφαρμόζουν οι επίσημοι ερμηνευτές (δικαστήρια, Βουλή, Διοίκηση) και τα ερμηνεύουν επιστημονικώς οι επιστήμονες του Δημοσίου Δικαίου κυρίως. Την πολιτική μας θεώρηση την κατέθεσα στην αρχή της ομιλίας μου, την οποία θα ολοκληρώσω με την επανάληψη όσων έχω υποστηρίξει στην προηγούμενη προτείνουσα Βουλή, σχετικά με το «περίφημο» θέμα των «κατευθύνσεων» που μας έδωσε η προηγούμενη Βουλή και τη δεσμευτικότητά τους.

Καταρχάς ζήτημα κατευθύνσεων δεν καθορίζεται από το άρθρο 110 του Συντάγματος, που ρυθμίζει τα της αναθεώρησης του. Το ζήτημα της δυνατότητας των δικαστηρίων να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των αναθεωρημένων διατάξεων ως προς την ουσιαστική συνάφειά τους με την προταθείσα αναθεώρηση, ταυτίζεται με το θέμα της δέσμευσης της αναθεωρητικής-δεύτερης Βουλής, από τις κατευθύνσεις της προτείνουσας-πρώτης. Η, (ως προς την αναθεώρηση του Συντάγματος), διάκριση της Βουλής σε κοινή και σε αναθεωρητική, οδηγεί και στη χρήση διαφορετικών όρων για την αναφορά σε έκαστην εξ αυτών: η πρώτη σύμφωνα με τον αείμνηστο Δημήτρη Τσάτσο είναι η προτείνουσα και η δεύτερη η αναθεωρητική. Ως προς το δικαστικό έλεγχο των αναθεωρημένων διατάξεων και συγκεκριμένα ως προς το δικαστικό έλεγχο της τήρησης των λεγομένων «κατευθύνσεων» της προτείνουσας Βουλής προς την αναθεωρητική, διατυπώνουμε ευθύς εξαρχής τη θέση του Κινήματος Αλλαγής:  η αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται προφανώς από τις ειδικές διατάξεις, δηλαδή τα άρθρα, τις παραγράφους, τα εδάφια ή και τις ερμηνευτικές δηλώσεις της προτείνουσας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύεται από τις λεγόμενες «κατευθύνσεις» της προτείνουσας Βουλής προς την αναθεωρητική. Αυτό το εκ πρώτης όψεως απλό ζήτημα ερμηνείας του Συντάγματος, και συγκεκριμένα του άρθρου 110§2 εδ.β´και §3, το ανέδειξαν ως μείζον, δύο αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων, του ΑΕΔ και του ΣτΕ, ως προς το παραδεκτό όμως κι όχι ως προς την ουσία επιχειρημάτων δύο διαδίκων. Συγκεκριμένα, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος, η προτείνουσα Βουλή προβαίνει σε ειδικό καθορισμό των διατάξεων που πρέπει να αναθεωρηθούν και στη συνέχεια η αναθεωρητική αποφασίζει στην πρώτη σύνοδό της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις. Προφανώς, η αναθεωρητική Βουλή έχει την ευχέρεια είτε να μην προχωρήσει στην αναθεώρηση του Συντάγματος, είτε να προχωρήσει στην αναθεώρηση ορισμένων μόνο από τις ειδικές διατάξεις που πρότεινε η πρώτη, η κοινή, η προτείνουσα Βουλή. Αυτό είναι σαφέστατο και σήμερα αναντίρρητο. Ως προς το κρίσιμο θέμα της δέσμευσης της αναθεωρητικής Βουλής από τις λεγόμενες «κατευθύνσεις» της προτείνουσας, το Κίνημα Αλλαγής εκφράζεται από τις θέσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου, όπως αυτές διατυπώθηκαν στη μελέτη του με τίτλο «Δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή από τις κατευθύνσεις της πρώτης στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος;». Επαναλαμβάνω αμέσως, ότι θέση μας αποτελεί, πως η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από τις λεγόμενες «κατευθύνσεις» της προτείνουσας. Και η πρακτική της εκάστοτε προτείνουσας Βουλής από τη δεκαετία του 1980, προσαρμόστηκε σε αυτή τη συνταγματική δεοντολογία. Οι επιτροπές της αναθεώρησης των προτεινουσών Βουλών με λακωνικότατο τρόπο έδιναν κάποιες κατευθύνσεις στις αναθεωρητικές Βουλές, αλλά οι Ολομέλειες της Βουλής με ονομαστική ψηφοφορία αποφάσιζαν μόνο για ειδικές διατάξεις και τίποτε περισσότερο. Αυτή η συνταγματική πρακτική πρέπει να συνεχιστεί. Αλλά ακόμη κι αν η προηγούμενη περιορισμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία άλλαξε τη στάση της Βουλής, και δημιούργησε μία εξαίρεση, αυτό σε τίποτα δεν επηρεάζει τις αποφάσεις της παρούσας Αναθεωρητικής Βουλής. Πολλές φορές παρατηρούντο Βουλευτές της πλειοψηφίας να αντιλαμβάνονται πως σήμερα στην παρούσα Βουλή το κλίμα θα είναι το ίδιο με εκείνο της προηγούμενης και δεν σκέφτονταν ούτε το πιο απλό, πως τουλάχιστον το 40% των βουλευτών αλλάζει από Βουλή σε Βουλή, ιδίως όταν αλλάζουν οι πλειοψηφίες. Την ανωτέρω θέση μας θεμελιώνουμε πρώτον, στις συνταγματικές διατάξεις περί της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής, όπως αυτές στην ιστορικώς εκάστοτε τελευταία φορά εκφράστηκαν. Ουδείς και ουδεμία μπορούν να παραλείπουν το κορυφαίο γεγονός, πως ανάμεσα στην προτείνουσα και την αναθεωρητική Βουλή μεσολαβούν γενικές βουλευτικές εκλογές. Πόσο μάλλον στην περίπτωσή μας, όπου η πρόταση διατυπώθηκε από μία πλειοψηφία του 2015, η οποία ανέδειξε Βουλή, η οποία βρισκόταν στην τελευταία σύνοδό της και όπως αποδείχθηκε στις τελευταίες εβδομάδες της. Ενώ η παρούσα, η Αναθεωρητική, θα λάβει τις αποφάσεις της τώρα, κατά την πρώτη σύνοδό της, όπως άλλωστε το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει. Υπάρχει δηλαδή εδώ και τεκμήριο δημοκρατικής νομιμοποίησης, το οποίο αποκλείεται να το αγνοεί κάποιος. Και ευλόγως το τεκμήριο αυτό λειτουργεί υπέρ των πλειοψηφιών που θα διαμορφωθούν σήμερα στην Επιτροπή αυτή και στην Ολομέλεια της Βουλής. Δεύτερον τη θέση μας θεμελιώνουμε στις ειδικές διατυπώσεις του άρθρου 110§2εδ.β´και §3, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε. Τρίτον, στηριζόμαστε στο δικαστικώς ανεξέλεγκτο των interna corporis της Βουλής, όπως απορρέει μεταξύ άλλων και από το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα που προκύπτει από το άρθρο 73§2 του Συντάγματος, περί της απαραίτητης γνωμοδότησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί συνταξιοδοτικού σχεδίου νόμου. Και τέταρτον, βασιζόμαστε στην απαγόρευση της διάκρισης των συνταγματικών διατάξεων σε ιεραρχικώς ανώτερες και κατώτερες. Μόνη διάκριση που γίνεται δεκτή στην ελληνική επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου είναι ανάμεσα στις συνταγματικές διατάξεις που αναθεωρούνται και σε εκείνες που δεν αναθεωρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος  Όπως εν προκειμένω αναφέρει ο Δημήτρης Τσάτσος, «μεταξύ των διατάξεων του Συντάγματος δεν υπάρχει τυπική ιεράρχηση. Όλοι οι κανόνες του Συντάγματος είναι νομικά ισότιμοι, αλλιώς θα είχαμε περιπτώσεις ενδεχόμενης αντισυνταγματικότητας συνταγματικών διατάξεων … δεν προκύπτει μια εσωτερική ιεραρχία των συνταγματικών κανόνων που θα παρείχε στον δικαστή, κατά το άρθρο 93§4, τη δυνατότητα να ελέγχει τη συνταγματικότητα κάποιων συνταγματικών διατάξεων». Συνεπώς, για να σχολιάσουμε εδώ και τις αποφάσεις ΑΕΔ 11/2003 και ΣτΕ 2512/2016, όπου τα δικαστήρια αυτά έκριναν ως τυπικώς παραδεκτά αιτήματα διαδίκων να ελεγχθούν οι «κατευθύνσεις» προτείνουσας Βουλής, εάν δεν απέρριπταν επί της ουσίας στη συνέχεια τα αιτήματά τους, θα έπρεπε να παραμερίσουν διατάξεις του Συντάγματος ως «αντισυνταγματικές». Παρόμοια διάκριση όμως των συνταγματικών κανόνων αποκρούεται από το ίδιο το σύνολο των διατάξεων του Συντάγματος και κυρίως από τα άρθρα 1 και 110 αυτού κι αυτό διότι αν γινόταν δεκτή θα διασπούσε την συνοχή της συνταγματικής τάξης της χώρας μας.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

στην προτείνουσα Βουλή αποφύγαμε να προσφέρουμε τις 20 τότε ψήφους μας υπέρ της αναθεώρησης συνταγματικών διατάξεων, προκειμένου οι 180 ψήφοι να αναζητηθούν από την παρούσα βουλή και άρα οι συναινέσεις να διαμορφωθούν σήμερα επί συγκεκριμένων διατάξεων και όχι επί πολιτικών σκεπτικών για τις μέλλουσες διατάξεις. Ψηφίσαμε, όμως, διά του κοινοβουλευτικού μας εκπροσώπου, δι΄εμού δηλαδή, όσες προτάσεις κρίναμε ως ορθές. Η ψήφος μας αυτή μας δεσμεύει και σήμερα. Η στάση μας, ως κόμματος, στην προτείνουσα Βουλή υπήρξε ιδιαιτέρως παραγωγική διότι παραβλέψαμε πως δίπλα μας κάθονταν κάποιοι εκ των πρωταγωνιστών των πολιτικών μας διώξεων, αλλά και γιατί γνωρίζουμε τα θέματα και επιδιώκουμε να είμαστε χρήσιμοι για τη χώρα και για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες.